ΒΙΒΛΙΟ ΥΛΗΣ

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

27-9-2012 - Α1 - Γ1 - Γ3

  

Α 1



2. Η Παλαιά Διαθήκη μια ολόκληρη βιβλιοθήκη
 

και ....

ΑΒΡΑΑΜ - ΘΕΟΤΟΚΟΣ - ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ

Μετά την πτώση του Αδάμ, την έξοδο από τον Παράδεισο και την είσοδο του θανάτου στη ζωή του, ο Θεός περίμενε πότε θα δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για να σώσει τον άνθρωπο, για να τον ελευθερώσει από τον θάνατο, τον άδη, για να ενώσει το κτιστό δημιούργημα Του με τον άκτιστο Δημιουργό, με τον Εαυτό Του.

Για να συμβεί αυτό έπρεπε να γεννηθεί ο Θεάνθρωπος. Για να γεννηθεί ο Θεάνθρωπος έπρεπε να βρεθεί η κατάλληλη γυναίκα που θα άντεχε να κυοφορήσει το Θείο Βρέφος. Η κατάλληλη γυναίκα που θα άντεχε αυτή την ασύλληπτα, αδιανόητα ισχυρή παρουσία της Θείας Χάρης στο σώμα της. Μέχρι τον Αβραάμ εμφανιζόταν σποραδικά σε μεμονωμένες μόνο περιπτώσεις, Νώε κλπ. Από τον Αβραάμ και μετά υπήρξαν οι προϋποθέσεις να μπορέσει να δημιουργηθεί μια παράδοση από πατέρα σε γιο, που από γενιά σε γενιά επέτρεψε την εμφάνιση του σκεύους της εκλογής, της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η Παναγία χάρη στους προγόνους γεννήθηκε χωρίς κληρονομημένη τάση προς την αμαρτία. Επί πλέον η Ίδια της δεν έκανε το λάθος της προμήτορος Εύας και διατήρησε συνεχώς την παρουσία της Θείας Χάρης μέσα της, παρέμεινε παρθένος. Έτσι μπόρεσε το σώμα Της να αντέξει την εννεάμηνη κυοφορία του Θεανθρώπου.


Για να περάσει ηλεκτρικό ρεύμα υψιλής τάσης χρειάζεται το κατάλληλο ανθεκτικό καλώδιο.
Άλλο το καλώδιο του αλεξικέραυνο από το οποίο περνάει ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ,
άλλο το κοινό καλώδιο του δικτύου του σπιτιού μας,
κι άλλο το καλωδιάκι που φορτίζει τη ΜΠΑΤΑΡΙΟΥΛΑ του Κινητού μας.


και ....

ΝΕΚΡΑ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΣΟΔΟΜΑ και ΓΟΜΟΡΡΑ, ΚΟΥΜΡΑΝ


και ....



Γ 1



και ....

«Τι κι αν είμαι ομορφάνδρας και υπέρλαμπρος αστέρας,
αυτή είν’ η πεντάμορφη κι εγώ είμαι το τέρας»

Τα νέα παιδιά ερωτεύονται κάποιον «φωτεινό» συνάνθρωπό τους. Το ζήτημα είναι πώς να γίνει, ώστε, να μην γίνει ο βιωθείς έρωτας αφορμή για ολοκληρωτική πυρκαγιά που θα αναλώσει κάθε διαθέσιμη καύσιμη ύλη και θα μετατρέψει τον υπέρλαμπρο σούπερ νόβα σε μαύρη τρύπα, φίλαυτη καταβόθρα που όλους κι όλα ρουφά και θυσιάζει στο βωμό του υπερφίαλου «εγώ». Πώς να μην πληγωθούν, είτε λόγω της εκ του αναδυόμενου εγωισμού ψύχρανσης, είτε λόγω κάποιας ερωτικής απογοήτευσης, είτε λόγω άκαιρων, άνευ καρδιακού βιώματος επιλογών, που θα «απομυθοποιήσουν» το μεγαλείο –της φλογίνης ρομφαίας, της στρεφομένης και υπό του Χριστού πλέον δεμένης– του ανθρώπινου έρωτα. Ο ανθρώπινος έρωτας είναι η στάχτη η ποτισμένη με πετρέλαιο που βοηθάει στο άναμμα της φωτιάς στο τζάκι. Η ποτισμένη με πετρέλαιο σκόνη όμως όταν καίγεται βρωμάει, γεμίζει το δωμάτιο πνιγηρή πετρελαιομπόχα. Αν ο θνητός παραμείνει και απολυτοποιήσει αυτή τη καύση θα πνιγεί στο καυσαέριο. Αν φοβηθεί τη μπόχα, θα μείνει με τακτοποιημένα τα ξύλα στο τζάκι, όμως, χωρίς φωτιά και ζεστασιά στο πολικό ψύχος της βαρυχειμωνιάς του παρόντος αιώνος, με παγωμένη την καρδιά, παγωμένο βασιλόπουλο στα παλάτια της βασίλισσας του χιονιού, μέχρι κάποια αιθέρια, γλυκιά πριγκίπισσα να το φιλήσει … αν και πότε.

Οι περισσότεροι συνάνθρωποι κάηκαν σε κάποια τους επαφή με το ουράνιο πυρ του ανθρώπινου έρωτα και πλέον «ωρίμασαν» και «ζουν» απελπισμένοι και ξενέρωτοι, «τρεφόμενοι» από το κυνήγι της ηδονής, του χρήματος ή της δόξας, ή εγκλωβισμένοι στη φαντασίωση του ειδωλοποιημένου πρώτου μεγάλου έρωτα μηρυκάζουν τα αποκαΐδια του. Ζόμπι, ρουφούν το αίμα άλλων άτυχων πλησίον συνανθρώπων. Ο ανθρώπινος έρωτας, πάνω στην κορύφωσή του, όταν έχει συναισθηματικό-καρδιακό υπόβαθρο, δίνει στον θνητό την πολύ χρήσιμη κι ωφέλιμη εμπειρία της παρθενίας! Δηλαδή την έκσταση από το όποιο «εγώ», από τις μέριμνες και όλες τις αιχμαλωσίες της καρδιάς, σε λογισμούς, πρόσωπα ή καταστάσεις, ιδεολογίες, αντιλήψεις, απόψεις, αξίες, θελήματα. Γενικώς αποδομεί την δήθεν τάχα σπουδαία ανθρώπινη προσωπικότητα. Για αυτό και συχνά κάποιοι, που αλόγιστα παίζουν με την φωτιά του, τρελαίνονται, «χάνουν τα μυαλά» τους. Πάνω στον παροξυσμό τους οι εραστές βιώνουν την παρθενία της συνείδησης. Ζουν μόνο ο ένας για τον άλλο. Τα πάντα χάνονται από το οπτικό πεδίο της συνείδησής τους. «Εσύ κι εγώ μόνοι πάνω στη γη»! Σπαν τα φρένα που συγκροτούν την προσωπικότητα, λύνονται τα γκέμια του «εγώ». Δεν χάνεται η συνειδητότητα, αλλά το, «σκέφτομαι άρα υπάρχω», «είμαι “γαύρος” άρα υπάρχω», «έχω –μερσεντές, εξοχικό, πισίνα, σπίρτο, οδοντογλυφίδα, καρφίτσες– άρα υπάρχω», «είμαι ομορφάνδρας άρα υπάρχω». Μετά από αυτή την λυτρωτική αποδόμηση δύναται πλέον ο θνητός να τραγουδήσει με τα Ημισκούμπρια: «τι κι αν είμαι ομορφάνδρας και υπέρλαμπρος αστέρας, αυτή είν’ η πεντάμορφη κι εγώ είμαι το τέρας»! Βέβαια αν αυτή η εμπειρία κατακλύσει άμαθο κορμί, πιθανόν, ο παθών να ζαλιστεί μέχρι εκστάσεως κι ν’ απομείνει ενεός, με «άδειο» το κεφάλι.

Αυτή η τόσο ανθρώπινη και δεδομένη εμπειρία όταν αξιοποιείται, γίνεται εφόδιο ζωής αιωνίου, γίνεται μαγιά που λύνει τα μάγια του κόσμου μας του ψεύτικου κι αλλοπαρμένου. Μπορεί να γλυτώσει τον θνητό από το καταθλιπτικό βάρος της καθημερινής πραγματικότητας, που, αν και δημιούργημα εγκεφαλικών διεργασιών, διεκδικεί θρασύτατα κύρος πραγματικής πραγματικότητας. Η κατάσταση αυτή της παρθενίας επιτρέπει στο Άγιο Αεράκι να πνεύσει στις καρδιές των φορέων της και να δώσει την απαραίτητη ώθηση στα ιστία του θνητού σαρκίου μετατρέποντάς το σε κιβωτό σωτηρίας. Κάπως έτσι αρχίζει η πορεία του χριστιανού που τελειωμό δεν έχει, που τέλος της είναι η πλήρης χριστοποίηση του πεπτωκότος, που τέλος της είναι η πλήρης χριστοποίηση όλων των απογόνων του Αδάμ κι όλης της κτίσης, άλογης και λογικής, που τέλος της είναι ο Χριστός, το Α και το Ω, ο Πρώτος και ο Έσχατος, ο Ων, ο Ην και ο Ερχόμενος.

Το ρεφρέν του τραγουδιού των ΗΜΙΣΚΟΥΜΠΡΙΑ: «Τι κι αν είμαι ομορφάνδρας και υπέρλαμπρος αστέρας, αυτή είν’ η πεντάμορφη κι εγώ είμαι το τέρας» είναι ο ορισμός του έρωτα. Ο «αστέρας» γνωρίζει ότι είναι «ομορφάνδρας» και «υπέρλαμπρος αστέρας» αλλά παρόλα αυτά επιτρέπει σ’ ΑΥΤΗ να είναι η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ σε σημείο που να βλέπει τον εγνωσμένης αξίας ΕΑΥΤΟ του ως ΤΕΡΑΣ. Για να υπάρξουν αυξημένες πιθανότητες να συμβεί το πέταγμα του φτερωτού θεού πρέπει ο θνητός να επιτρέπει στον εαυτό του να ταπεινώνεται. Αν κάποιος είναι ορκισμένος λάτρης της αυτού μεγαλειότητος του ΕΑΥΤΟΥ του τότε δεν υπάρχει περίπτωση να επιτρέψει να του συμβεί η χημεία που αποδομεί τον ΕΑΥΤΟ και κάνει τον ΑΛΛΟ να φαντάζει πεντάμορφη, φωτεινή μορφή σε αντίθεση με τον πρώην υπέρλαμπρο εαυτό που πλέον μοιάζει με ΤΕΡΑΣ. Ο εγωισμός είναι το νερό το ξενέρωτο που σβήνει τη φλόγα του έρωτα.


Ο ΙΟΣ ΤΗΣ ΑΛΟΓΙΑΣ - ΕΡΩΤΑΣ - ΣΕΞ - ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΗΔΟΝΗ

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφερόμενος στο δένδρο της γνώσης γράφει: «Το δένδρο της γνώσης το οποίο ούτε φυτεύτηκε από την αρχή με κακό σκοπό ούτε απαγορεύτηκε από φθόνο, αλλά ήταν μεν καλό αν το δοκίμαζε κανείς στον κατάλληλο καιρό (γιατί το δένδρο ήταν η θεωρία, όπως η δικιά μου θεωρία, την οποία μπορούν να βιώσουν με ασφάλεια μόνο όσοι έχουν τελειωθεί ως προς την έξη), αλλά δεν ήταν καλό για όσους ακόμη ήσαν απλούστεροι και αδύναμοι ως προς την έφεση· όπως η στερεά τροφή δεν είναι ωφέλιμη για εκείνους που ακόμα είναι αδύναμοι κι έχουν ανάγκη από γάλα»[277]. Το δένδρο της γνώσης ήταν κάτι καλό, που όμως έπρεπε ο άνθρωπος προηγουμένως να προετοιμαστεί κατάλληλα, για να μπορέσει να ζήσει ακίνδυνα εκείνη την κατάσταση. Την κατάσταση της θεωρίας μπορούν να βιώσουν ακίνδυνα μόνο όσοι είναι τέλειοι ως προς την έξη. Δεν είναι καλό να το γεύονται αυτοί των οποίων η έφεση δεν έχει ισχυροποιηθεί. Πριν από την σταθεροποίηση της έξης δεν ωφελεί η φυσική θεωρία, αλλά μάλλον γεμίζει τον άνθρωπο με πάθη. Τους ατελείς τους εγκλωβίζει, τους φυλακίζει στις σωματικές λειτουργίες των αισθήσεων, στην «σάρκα», η εξωτερική εμφάνιση των υλικών πραγμάτων αντί να γίνονται αιτία να αποδεσμεύονται από τη «σάρκα» και να στρέφονται προς τη ψυχή οι κρυμμένοι μέσα στα φαινόμενα σχήματα λόγοι των όντων[278].

ΕΞΗ. Ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα Θεού και είχε μπροστά του ως στόχο την επίτευξη του καθ’ ομοίωσιν. Ως καλό λίαν -και αυτός- δημιούργημα του Θεού δεν είχε εντός του το κακό. Ξεκίνησε ευρισκόμενος στο λεγόμενο στάδιο του Φωτισμού. Ο νους του Αδάμ βρισκόταν στην καρδιά και ως φυσική του κατάσταση βίωνε τη λεγόμενη νοερά προσευχή. Όμως δεν είχε ακόμη σταθεροποιηθεί σε αυτήν την κατάσταση. Είχε την κατάσταση, δεν είχε την έξη. Η έφεσή του δεν είχε ισχυροποιηθεί, δεν είχε «κολλήσει» στον μόνο Αξιέραστο. Υπακούοντας στην εντολή του Χριστού θα γινόταν σταθερός ως προς την έξη. Την έξη, τη συνήθεια της προσκόλλησης του νου στο Θεό. Ο έρωτας είναι το χάρισμα που επιτρέπει στο κτίσμα να ενώνεται με τον Δημιουργό του. Η σωστή λειτουργία του έρωτα είναι ο θείος έρως. Όταν όμως ο νους του ανθρώπου δεν έχει σταθεροποιηθεί, όταν δεν έχει αποκτήσει αυτή τη σωτήρια έξη, όταν δεν είναι ισχυρός, τότε κινδυνεύει να αιχμαλωτισθεί από τη θεωρία των κτισμάτων. Τότε έχουμε την λεγόμενη αιχμαλωσία του νοός, τον ανθρώπινο έρωτα, τον των σωμάτων έρωτα. Και αυτή είναι μια μορφή ειδωλολατρίας. Ο θνητός λατρεύει το κτίσμα παρά τον Κτίσαντα. Όταν όμως ο άνθρωπος έχει την σωτήρια έξη του θείου έρωτα, τότε έχει και την αυτογνωσία, που γνωρίζει και αναγνωρίζει τη μη αυτονομία, τη μη αυτάρκειά του. Ο ερωτευμένος περισσότερο από κάθε άλλον γνωρίζει ότι ολοκληρώνεται υπαρξιακά δια του άλλου. Ο άνθρωπος είναι καθρέπτης που δύναται να αντανακλά το θείο Φως. Κανένα δημιούργημα δεν είναι πηγή φωτός. Εδώ βρίσκεται η κύρια αστοχία του Εωσφόρου. Νόμισε ότι έχει το δικαίωμα να νοιώσει «Εγώ ειμί ο Ων». Σφετερίστηκε αυτό το θείο όνομα, το υπέρ παν όνομα. Το ίδιο παθαίνει κάθε θνητός που δεν έχει την άγια έξη του θείου έρωτα, την άγια αυτή ταπείνωση. Η έξη της ταπείνωσης, η αυτοσυνειδησία του εντός άδη, η γνώση και η αναγνώριση της απουσίας, του κενού, του μηδενός, είναι αναγκαία για να επιτρέπεται στον θνητό ελεύθερα να ανοίγεται στη θεωρία της κτίσης. Αλλιώς κινδυνεύει από τον πειρασμό της ειδωλολατρίας.

Ο άνθρωπος είναι σαν κάτοπτρο που ή είναι στραμμένο προς το Θεό και δια του φωτός Του βλέπει φυσικά, φυσιολογικά, κατά φύσιν, τα κτίσματα ή στρέφεται προς τα κτίσματα αστοχεί, αμαρτάνει και νομίζει τα ουκ όντα ως όντα[279]. Ως «ουκ όντα» εννοεί τα κακά κι όχι τα ανύπαρκτα. Κάθε σωματική ηδονή και οδύνη, είναι πραγματικότατα πράγματα, αληθινά πραγματικά βιώματα, αλλά «ουκ όντα» ... Η ηδονή είναι "πρόγραμμα" (software) που μπήκε εκ των υστέρων στον άνθρωπο, όταν αυτός έστρεψε το κάτοπτρο προς τα αισθητά. «Ο Θεός δεν δημιούργησε με την ανθρώπινη φύση την ηδονή και την οδύνη, αλλά έδωσε στον άνθρωπο μια δύναμη στο επίπεδο του νου για να μπορεί να βιώνει (πνευματική) ηδονή ώστε με αυτή, με ανείπωτο τρόπο να μπορεί να έρχεται σε κοινωνία με τον Θεό. Αυτή τη δύναμη, δηλαδή την κατά φύση έφεση του νου προς τον Θεό, με το που άρχισε να ζει σωματικά ο πρώτος άνθρωπος την έστρεψε προς τα αισθητά και απέκτησε την παρά φύση λειτουργία της (σωματικής) ηδονής. Δίπλα στη σωματική ηδονή, ενδιαφερόμενος για τη σωτηρία μας ο Θεός έβαλε από φιλανθρωπία σαν τιμωρό δύναμη τη σωματική οδύνη, τον πόνο που καταλήγει στο θάνατο, περιορίζοντας την παρα φύση μανία του ανθρώπινου νου να στρέφει προς τα αισθητά η έφεσή του, την ερωτική του δυνατότητα»[280]. Το ανθρώπινο σώμα δημιουργήθηκε σαν ζώο, αλλά δεν ήταν εγκλωβισμένο στις ζωώδεις λειτουργίες. Στο ζωικό βασίλειο υπήρχε εξαρχής η σωματική ηδονή και όλος ο κύκλος της φύσης. Το ανθρώπινο σώμα όμως αρχικά ήταν ελεύθερο από αυτή τη σύμβαση και ήταν στο χέρι του ανθρώπου αν θα γίνει σαν άγγελος ή αν θα καταλήξει σαν τα ζώα. Όταν ο άνθρωπος πήρε το νου του από τη θεωρία του Θεού και στράφηκε στη θεωρία των κτισμάτων, των αισθητών, των υλικών δημιουργημάτων, δια των πέντε σωματικών του αισθήσεων άρχισε να ζει σαρκική ζωή, ένοιωσε ότι είναι γυμνός και εγκλωβίστηκε στις σωματικές επιθυμίες και ηδονές[281]. Η λήθη των θείων εμπειριών συνετέλεσε στον προς τα σωματικά πάθη προσανατολισμό και έφερε την πλήρη άγνοια της ύπαρξης των ανώτερων εκείνων εμπειριών. Έτσι αμαυρώθηκε το κάτοπτρο (ο νους), που φυσική του λειτουργία ήταν να βλέπει την ενυπόστατη Εικόνα του Πατρός, και πλέον ο άνθρωπος δεν βλέπει όσα είναι φυσικό στη ψυχή να βλέπει, να νοεί, και γεμίζει σαρκικές επιθυμίες[282]. Η όραση των ουράνιων πραγματικοτήτων μέσω του νου, του οφθαλμού της ψυχής, ονομάζεται και νόηση. Το νοείν, δηλαδή, σημαίνει και οράν κι όχι μόνο σκέπτεσθαι, όπως νομίζει όποιος βρίσκεται στο κλίμα της νοησιαρχίας.

Όταν άρχισε στον άνθρωπο η λειτουργία της σωματικής ηδονής, τότε αλλοιώθηκε και ο τρόπος με τον οποίο έβλεπε τα πράγματα. Σκοτίσθηκε ο νους του ανθρώπου. Όπως όταν πέφτει σκόνη στα μάτια και τυφλώνονται έτσι και η ψυχή που έχει αποκτήσει πάθη τυφλώνεται και δεν διακρίνει τίποτα[283]. Εγκλωβισμένος σ’ αυτήν την κατάσταση ο άνθρωπος νομίζει πλέον τη σωματική ηδονή ως καλό και την επιδιώκει με κάθε τρόπο[284]. Η λύση είναι η μετάνοια, η άσκηση, ο αγώνας για την κάθαρση της καρδιάς και τότε, όταν το κάτοπτρο καθαριστεί, πάλι λάμπει το κατ' εικόνα, όπως λάμπει ο σίδηρος, όταν καθαριστεί από τη σκουριά[285]. Τότε όλος ο νους εστιάζει στα «άνω», ξεπερνά τα αισθητά, λειτουργεί υγιώς και νοιώθει πνευματική ηδονή βλέποντας ότι ο Πατέρας έχει εντός του αναστήσει τον Αναστάντα[286]. Όταν καθαριστεί όλος ο παρείσακτος ρύπος της αμαρτίας αποβάλλει η ψυχή και αποκτίσει καθαρό το κατ’ εικόνα, αφού λαμπικαριστεί (το κατ’ εικόνα) σαν σε κάτοπτρο θεωρεί τον Λόγο, την εικόνα του Πατέρα και μέσα σ’ Αυτόν τον Πατέρα, του οποίου είναι εικόνα ο Σωτήρας[287].

Ο άνθρωπος είναι το τελειότερο ον, γιατί μετέχει και των δύο κόσμων, υλικού και κτιστού πνευματικού, γης και κτιστού ουρανού, αισθητού και κτιστού νοητού, υλικού Α' και υλικού Β', ζώου και αγγέλου· είναι ανακεφαλαίωση της κτίσης, πραγματικός μικρόκοσμος. Στο χέρι του ήταν αν θα κυριαρχούσαν οι λειτουργίες του ζώου ή του αγγέλου. Έπεσε και «παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσιν τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς». Η ζωή του κατάντησε σαν των ζώων. Τρέφεται σαν τα ζώα, γεννιέται σαν τα ζώα, πεθαίνει σαν τα ζώα[288], ηδονίζεται σαν τα ζώα. Η σωματική ηδονή και η οδύνη δεν δημιουργήθηκαν εξαρχής με την ανθρώπινη φύση. Όταν εκπέσαμε από την τελειότητα, τότε αντί του κατ’ εικόνα έκανε φανερή την παρουσία της η προς τα ζώα ομοίωση[289]. Ενώ, αν μέναμε στον Παράδεισο και τρεφόμασταν από το ξύλο της Ζωής, θα ζούσαμε σαν άγγελοι και θα βιώναμε πνευματική ηδονή[290]. Ενώ, όταν μετανιώνει ο άνθρωπος και τρέφεται από το ξύλο της Ζωής, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του, ώστε από τον αιώνα τούτο τον απατεώνα ν' αρχίσει να ζει αγγελική ζωή· βίον ισάγγελον. Όταν είναι κάτοπτρο στραμμένο προς τον Κτίστη του, τότε γεμίζει τον κόσμο με σύμβολα, φορείς του ακτίστου. Ο νοητός κόσμος των αγγέλων φανερώνεται μυστικά με τις συμβολικές μορφές τυπούμενος σ’ αυτούς που μπορούν να «βλέπουν». Και ο αισθητός ενυπάρχει στο νοητό δια των λόγων των όντων. Και οι δύο κόσμοι είναι σαν δύο ομόκεντροι τροχοί[291]. Ο π. Παΐσιος είχει προτείνει κάποτε σε κάποιον: «θέλεις να δεις τον άγγελό σου να δεις πως είναι μισός μέσα στο σώμα μισός έξω από αυτό;» Ο Θεός Λόγος στέκεται ανάμεσα στον αισθητό και τον νοητό κόσμο και τον μεν νοητό κόσμο φανερώνει μέσα στον αισθητό (με τους τύπους μυστικά περιγράφοντάς τον), τον δε αισθητό μας διδάσκει να νοούμε (βλέπουμε) με τους λόγους παρόντα μέσα στο νοητό[292]. Αυτός που έχει φτάσει στο σημείο να έχει δάσκαλό του τον Χριστό, νοεί, δηλαδή βλέπει, τους λόγους των όντων και έτσι βλέπει τον αισθητό κόσμο παρόντα μέσα στον νοερό κόσμο. Επίσης, όταν βλέπει τον αισθητό κόσμο, έχει τον Χριστό να του φανερώνει μέσα σ’ αυτόν τη δημιουργική θεία Χάρη κι έτσι δεν εγκλωβίζεται στα φαινόμενα συλλέγοντας πάθη.

Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε σύνδεσμος μεταξύ των δύο κόσμων, του κτιστού υλικού και του κτιστού πνευματικού. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο των σωμάτων (τον λεγόμενο υλικό, που γνωρίζουμε δια των πέντε αισθήσεων) και τον κόσμο των ασωμάτων (τον λεγόμενο πνευματικό κόσμο των αγγέλων)[293]. Ο άνθρωπος έχει σώμα σαν ζώο και ψυχή σαν άγγελο[294]. Μετά την πτώση ο Χριστός έδωσε στους πρωτόπλαστους τους δερμάτινους χιτώνες. Τους δερμάτινους χιτώνες, ίσως την παχύτερη σάρκα, τη θνητή, και φθαρτή, και εμπαθή, αφού πρώτα ο άνθρωπος κατάλαβε την άθλια κατάστασή του, κατάλαβε ότι κατάντησε πλέον γυμνός, ντράπηκε και κρύφτηκε από τον Θεό. Κερδίζει όμως και κάτι, κερδίζει το θάνατο, που διακόπτει την αμαρτία, ώστε να μη γίνει το κακό, ο χωρισμός από τον Θεό, αθάνατο[295]. Από την στιγμή που μπήκε στο ανθρώπινο σώμα ο νόμος της αμαρτίας, δηλαδή η κατά την «αίσθηση» άλογη ηδονή, κατακρίθηκε ο άνθρωπος στο σωματικό θάνατο, για να σταματήσει η σωματική ηδονή να γίνεται η είσοδος του διαβόλου προς τη ψυχή. Ο σωματικός θάνατος εφευρέθηκε για την αναίρεση της αμαρτίας[296]. Η φαντασία, η ηδονή και όλες οι ενδοεγκεφαλικές λειτουργίες είναι γέφυρα των δαιμόνων με κάποιο τρόπο. Γιαυτό ο άνθρωπος έχει ανάγκη να μάθει τη μέθοδο που ξέρει και δύναται να σβήνει τον κατά τα άλλα υπέροχο αυτό βιολογικό επεξεργαστή που εδρεύει στο κρανίο μας. Ο εκούσιος θάνατος, η εν τω άδη παραμονή, δόθηκε στον άνθρωπο ως εργαλείο για να μπορεί να γλιτώνει από τη κυριαρχία του θανάτου, της χωρίς Θεό ζωής. Ο θάνατος μπήκε στη ζωή του ανθρώπου, για να μην γίνει το κακό (η απώλεια της θείας Χάρης) αθάνατο[297].




[277] «Τὸ ξύλον τῆς γνώσεως, οὔτε φυτευθὲν ἀπ᾽ ἀρχῆς κακῶς, οὔτε ἀπαγορευθὲν φθονερῶς· ἀλλὰ καλὸν μὲν εὐκαίρως μεταλαμβανόμενον (θεωρία γὰρ ἦν τὸ φυτὸν, ὡς ἡ ἐμὴ θεωρία, ἧς μόνοις ἐπιβαίνειν ἀσφαλὲς, τοῖς τὴν ἕξιν τελεωτέροις), οὐ καλὸν δὲ τοῖς ἁπλουστέροις ἔτι, καὶ τὴν ἔφεσιν λιχνοτέροις· ὥσπερ οὐδὲ τροφὴ τελεία λυσιτελὴς τοῖς ἁπαλοῖς ἔτι, καὶ δεομένοις γάλακτος». (Γρηγορίου του Θεολόγου, ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ Β’, ΕΙΣ ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ, PG 36, 324BC – ΠΑΤΕΡ. ΕΚΔ. «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ», ΓΡ. ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΡΓΑ τ. 5, σ. 54-6).

[278] «

[278] πε΄. Καλόν ἐστι πρό τῆς τελείας ἕξεως, μή ἅπτεσθαι ἡμᾶς τῆς φυσικῆς θεωρίας, ἵνα μή λόγους ἐπιζητοῦντες πνευματικούς ἐκ τῶν ὁρωμένων κτισμάτων, λάθωμεν πάθη συλλέγοντες. Πλέον γάρ ἐν τοῖς ἀτελέσι δυναστεύει πρός τήν αἴσθησιν τά φαινόμενα σχήματα τῶν ὁρωμένων, ἤ πρός τήν ψυχήν οἱ κεκρυμμένοι τοῖς σχήμασι λόγοι τῶν γεγονότων.

 

2.85 Είναι καλό πριν από την τέλεια έξη να μην αγγίζουμε τη φυσική θεωρία, για να μη μαζεύουμε πάθη χωρίς να το καταλάβουμε, ενώ αναζητάμε λόγους πνευματικούς. Γιατί τους ατελείς τα φαινόμενα σχήματα των ορατών τους αναγκάζουν να στρέφονται στην αίσθηση, αντί να τους βοηθάν να στρέφονται προς την ψυχή οι κρυμμένοι στα σχήματα λόγοι των δημιουργημάτων.

(Κεφάλαια διάφορα Θεολογικά τε και Οικονομικά, PG 90 1252D 1253A - 15Δ 120)

[279] Ὄντα δέ ἐστι τὰ καλά, οὐκ ὄντα δὲ τὰ φαῦλα. Ὄντα δέ φημι τὰ καλά, καθότι ἐκ τοῦ ὄντος Θεοῦ τὰ παραδείγματα ἔχει· οὐκ ὄντα δὲ τὰ κακὰ λέγω, καθότι ἐπινοίαις ἀνθρώπων οὐκ ὄντα ἀναπέπλασται.

 

Όντα είναι τα καλά, ουκ όντα τα φαύλα. Λέω τα καλά όντα επειδή από τον όντα Θεό έχουν δημιουργηθεί. Τα δε κακά τα λέω ουκ όντα επειδή δημιουργήθηκαν από τις φαντασιώσεις των ανθρώπων.

(Μεγ. Αθανασίου, ΚΑΤΑ ΕΛΛΗΝΩΝ, PG 25, 9C)

[280] «Ὁ τὴν φύσιν τῶν ἀνθρώπων δημιουργήσας Θεὸς οὐ συνέκτισεν αὐτῇ κατὰ τὴν αἴσθησιν οὔτε ἡδονὴν οὔτε ὀδύνην, ἀλλὰ δύναμίν τινα κατὰ νοῦν αὐτῇ πρὸς ἡδονήν, καθ᾽ ἣν ἀρρήτως ἀπολαύειν αὐτοῦ δυνήσεται, ἐνετεκτήνατο. Ταύτην δὲ τὴν δύναμιν—λέγω δὲ τὴν κατὰ φύσιν τοῦ νοῦ πρὸς τὸν Θεὸν ἔφεσιν—ἅμα τῷ γενέσθαι τῇ αἰσθήσει δοὺς ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πρὸς τὰ αἰσθητὰ κατ᾽ αὐτὴν τὴν πρώτην κίνησιν διὰ μέσης τῆς αἰσθήσεως ἔσχε παρὰ φύσιν ἐνεργουμένην τὴν ἡδονήν· ᾗτινι κατὰ πρόνοιαν ὁ τῆς ἡμῶν σωτηρίας κηδόμενος παρέπηξεν, ὥσπερ τινὰ τιμωρὸν δύναμιν, τὴν ὀδύνην, καθ᾽ ἣν ὁ τοῦ θανάτου μετὰ σοφίας ἐνερριζώθη τῇ τοῦ σώματος φύσει νόμος, περιορίζων τῆς τοῦ νοῦ μανίας παρὰ φύσιν ἐπὶ τὰ αἰσθητὰ κινουμένην τὴν ἔφεσιν». (Προς Θαλάσσιον, PG 90, 628AB - 14Γ 198)

[281] Ἕως μὲν τὸν νοῦν εἶχε πρὸς τὸν Θεὸν (ὁ πρῶτος ἄνθρωπος) καὶ τὴν τούτου θεωρίαν, ἀπεστρέφετο τὴν πρὸς τὸ σῶμα θεωρίαν· ὅτε δὲ συμβουλίᾳ τοῦ ὄφεως ἀπέστη μὲν τῆς πρὸς τὸν Θεὸν διανοίας, ἑαυτὸν δὲ κατανοεῖν ἤρξατο, τηνικαῦτα καὶ εἰς ἐπιθυμίαν τοῦ σώματος ἔπεσαν, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν, καὶ γνόντες ᾐσχύνθησαν. ἔγνωσαν δὲ ἑαυτοὺς γυμνοὺς οὐ τοσοῦτον ἀπὸ ἐνδύματος, ἀλλ᾽ ὅτι γυμνοὶ τῆς τῶν θείων θεωρίας γεγόνασι, καὶ πρὸς τὰ ἐναντία τὴν διάνοιαν μετήνεγκαν. ἀποστάντες γὰρ τῆς πρὸς τὸν ἕνα καὶ ὄντα, Θεὸν λέγω, κατανοήσεως καὶ τοῦ πρὸς αὐτὸν πόθου, λοιπὸν εἰς διαφόρους καὶ εἰς τὰς κατὰ μέρος ἐπιθυμίας ἐνέβησαν τοῦ σώματος.

 

Όσο λοιπόν είχε τον νου στραμμένο προς τον Θεό (ο πρώτος άνθρωπος) και την θεωρία Του, αποστρεφόταν την προς το σώμα θεωρία. Όταν όμως με τη συμβουλή του φιδιού απομακρύνθηκε από τον Θεό άρχισε να κατανοεί τον εαυτό του, και σε επιθυμία του σώματος έπεσαν, και κατάλαβαν ότι ήσαν γυμνοί, και ντράπηκαν. Ένοιωσαν δε τους εαυτούς τους γυμνούς όχι τόσο από ρούχα αλλά ότι απογυμνώθηκαν από τη θεία θεωρία και προσήλωσαν τη διάνοια τους στα αντίθετα. Γιατί όταν απομακρύνθηκαν από την προς τον ένα και πραγματικό, τον Θεό εννοώ, κατανόηση και από τον προς αυτόν πόθο, εγκλωβίστηκαν στις διάφορες επιθυμίες του σώματος.

(Μεγ. Αθανασίου, ΚΑΤΑ ΕΛΛΗΝΩΝ, PG 25, 8CD 9A)

[282] Ζωσαμένη (η των ανθρώπων ψυχή) τὴν τῶν θείων λήθην, ἡδομένη δὲ καὶ πρὸς τὰ τοῦ σώματος πάθη καὶ πρὸς μόνα τὰ παρόντα καὶ τὰς τούτων δόξας ἀποβλέπουσα, ἐνόμισε μηδὲν ἔτι πλέον εἶναι τῶν βλεπομένων, ἀλλὰ μόνα τὰ πρόσκαιρα καὶ τὰ σωματικὰ εἶναι τὰ καλά. … Ἐπικρύψασα γὰρ ταῖς ἐπιπλοκαῖς τῶν σωματικῶν ἐπιθυμιῶν τὸ ὡς ἐν αὐτῇ κάτοπτρον, δι᾽ οὗ μόνον ὁρᾷν ἠδύνατο τὴν εἰκόνα τοῦ Πατρός, οὐκέτι μὲν ὁρᾷ ἃ δεῖ ψυχὴν νοεῖν … μόνα ἐκεῖνα ὁρᾷ τὰ τῇ αἰσθήσει προσπίπτοντα. Ὅθεν δὴ πάσης σαρκικῆς ἐπιθυμίας γέμουσα.

 

Αφού ζώστηκε η ανθρώπινη ψυχή τη λήθη των θείων, νοιώθοντας ηδονή και προς τα σωματικά πάθη και προς τα παρόντα μονάχα και τις δόξες τους αφού στρέφηκε, νόμισε ότι δεν υπάρχει τίποτε πέρα από όσα έβλεπε με τα σωματικά μάτια, και ότι μόνο τα πρόσκαιρα και σωματικά είναι τα καλά. … Με τις σωματικές επιθυμίες λέρωσε τον καθρέφτη της, με τον οποίο μόνο μπορούσε να βλέπει την Εικόνα του Πατέρα, και δεν βλέπει πλέον όσα αρμόζει στην ψυχή να νοεί (βλέπει) … βλέπει μόνο εκείνα που ανήκουν στο επίπεδο της αίσθησης (του υλικού κόσμου). Γιαυτό το λόγο γέμισε από κάθε σαρκική επιθυμία.

(Μεγ. Αθανασίου, ΚΑΤΑ ΕΛΛΗΝΩΝ, PG 25, 16CD 17A)

[283] «Ἡδονῆς δὲ ἐπεισαχθείσης τῇ ψυχῇ ἐσκότωται πρὸς διάγνωσιν τῶν πραγμάτων· ὥσπερ κονιορτοῦ ἐμπεσόντος ἐν τῷ ὀφθαλμῷ ἀπεστέρηται ἡ ὄψις τοῦ διακρίνειν, οὕτως πάθους ἐμπεσόντος τῇ ψυχῇ οὐδὲν διακρίνει ἡ παθοῦσα». (Μεγ. Αθανασίου, ΕΞΗΓΗΣΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΩΝ, 3).

[284] Ἀποστᾶσα τῆς τῶν νοητῶν θεωρίας, καὶ ταῖς κατὰ μέρος τοῦ σώματος ἐνεργείαις καταχρωμένη, καὶ ἡσθεῖσα τῇ τοῦ σώματος θεωρίᾳ καὶ ἰδοῦσα καλὸν ἑαυτῇ εἶναι τὴν ἡδονήν, πλανηθεῖσα κατεχρήσατο τῷ τοῦ καλοῦ ὀνόματι, καὶ ἐνόμισεν εἶναι τὴν ἡδονὴν αὐτὸ τὸ ὄντως καλόν· … ἐρασθεῖσα δὲ τῆς ἡδονῆς, ποικίλως αὐτὴν ἐνεργεῖν ἤρξατο.

 

Αφού απομακρύνθηκε από την θεωρία των νοητών, και καταχράστηκε τις επί μέρους ενέργειες του σώματος, και εγκλωβίστηκε στη θεωρία του σώματος, και είδε ότι είναι καλό γιαυτήν η ηδονή, πλανήθηκε και έκανε κατάχρηση του ονόματος του καλού, και νόμισε ότι η ηδονή είναι το όντως καλό … έτσι πόθησε την ηδονή και άρχισε να την ενεργεί με διάφορους τρόπους.

(Μεγ. Αθανασίου, ΚΑΤΑ ΕΛΛΗΝΩΝ, PG 25, 9B)

[285] Ἡ ἄσκησις, καί οἱ ταύτῃ ἑπόμενοι πόνοι, πρός τό μόνον διαχωρίσαι τήν ἐμφυρεῖσαν δι᾿ αἰσθήσεως ἀπάτην τῇ ψυχῇ ἐπενοήθησαν τοῖς φιλαρέτοις· οὐ πρός τό ἔξωθεν προσφάτως ἐπεισαγαγεῖν τάς ἀρετάς· ἔκγειται γάρ ἡμῖν ἐκ δημιουργίας, ὡς εἴρηται· ὅθεν καί ἅμα τελείως διακριθῇ ἡ ἀπάτη, ἅμα καί τῆς κατά φύσιν ἀρετῆς τήν λαμπρότητα ἐνδείκνυται ἡ ψυχή. … Ἄρα τῇ ἀφαιρέσει τῶν παρά φύσιν, τά κατά φύσιν καί μόνα διαφαίνεσθαι εἴωθεν· ὥσπερ καί τῇ τοῦ ἰοῦ ἀποβολῇ, ἡ τοῦ σιδήρου κατά φύσιν αὐγή καί λαμπρότης.

 

Η άσκηση και οι κόποι που τη συνοδεύουν επινοήθηκαν από τους φίλους της αρετής, μόνο για να διαχωριστεί η απάτη που εισχώρησε στην ψυχή μέσω των αισθήσεων, και όχι για να βάζουν μέσα μας απ’ έξω νεοφερμένες τις αρετές· γιατί βρίσκονται, όπως είπαμε, μέσα μας από τη δημιουργία μας. Γι’ αυτό και μόλις διακριθεί τελείως η απάτη, αμέσως η ψυχή δείχνει επάνω της τη λαμπρότητα της φυσικής αρετής. … Άρα με την αφαίρεση των παραφύση συνήθως εμφανίζονται τα καταφύση, όπως και με την αφαίρεση της σκουριάς φαίνεται η φυσική στίλβη και λαμπρότητα του σιδήρου.

(Συζήτησις μετά Πύρρου, PG 91, 309C 312A - 15Γ 144)

Ἱκανὴ δὲ ἡ τῆς ψυχῆς καθαρότης ἐστὶ καὶ τὸν Θεὸν δι᾽ ἑαυτῆς κατοπτρίζεσθαι, καθάπερ καὶ ὁ Κύριός φησι· “Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται”.

 

Είναι αρκετή η καθαρότητα της ψυχής για να καθρεφτίζεται ο Θεός δι’ αυτής όπως και ο Κύριος είπε: «Μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά γιατί αυτοί θα δουν τον Θεό».

(Μεγ. Αθανασίου, ΚΑΤΑ ΕΛΛΗΝΩΝ, PG 25, 8B)

[286] ὁρᾷ ἐν αὐτῷ (ὁ νοῦς ὁ τῶν ἀνθρώπων) καὶ τὸν τοῦ Λόγου Πατέρα, ἡδόμενος ἐπὶ τῇ τούτου θεωρίᾳ, καὶ ἀνακαινούμενος ἐπὶ τῷ πρὸς τοῦτον πόθῳ.

 

Βλέπει μέσα του (ο νους των ανθρώπων) και τον Λόγο του Πατέρα, νοιώθωντας ηδονή λόγω της θεωρίας Του, και ανακαινιζόμενος λόγω του πόθου του προς Αυτόν.

(Μεγ. Αθανασίου, ΚΑΤΑ ΕΛΛΗΝΩΝ, PG 25, 8A)

[287] «Ὅθεν καὶ ὅτε πάντα τὸν ἐπιχυθέντα ῥύπον τῆς ἁμαρτίας ἀφ᾽ ἑαυτῆς ἀποτίθεται, καὶ μόνον τὸ κατ᾽ εἰκόνα καθαρὸν φυλάττει, εἰκότως, διαλαμπρυνθέντος τούτου, ὡς ἐν κατόπτρῳ θεωρεῖ τὴν εἰκόνα τοῦ Πατρὸς τὸν Λόγον, καὶ ἐν αὐτῷ τὸν Πατέρα, οὗ καὶ ἔστιν εἰκὼν ὁ Σωτήρ, λογίζεται». (Μεγ. Αθανασίου, ΚΑΤΑ ΕΛΛΗΝΩΝ, PG 25, 68D 69A).

[288] Κατ᾽ ἀρχὰς ἀπατηθεὶς ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐν παραβάσει γενόμενος παρεσυνεβλήθη τοῖς κτήνεσιν καὶ κατεδικάσθη κατὰ τὸν αὐτῶν τρόπον καὶ γεννᾶσθαι καὶ ἀποθνῄσκειν.

 

Στην αρχή αφού απατήθηκε ο άνθρωπος και έκανε την παρακοή ρίχτηκε να ζει όμοια με τα ζώα και καταδικάστηκε με τον δικό τους τρόπο και να γεννιέται και να πεθαίνει.

(Ερωταποκρίσεις Α', εκτός PG - 14Α 168).

[289] ξε΄. Ἡδονή καί λύπη, ἐπιθυμία καί φόβος, καί τά τούτοις ἑπόμενα, τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων προηγουμένως οὐ συνεκτίσθη· ἐπεί καί εἰς τόν ὅρον ἄν συνετέλουν τῆς φύσεως. Λέγω δή παρά τοῦ Νυσαέως μεγάλου Γρηγορίου μαθών, ὅτι διά τήν τῆς τελειότητος ἔκπτωσιν, ἐπεισήχθη ταῦτα, τῷ ἀλογοτέρῳ μέρει προσφυέντα τῆς φύσεως· δι᾿ ὧν, ἀντί τῆς μακαρίας καί θείας εἰκόνος, εὐθύς ἅμα τῇ παραβάσει, διαφανής καί ἐπίδηλος ἐν τῷ ἀνθρώπῳ γέγονεν ἡ τῶν ἀλόγων ζώων ὁμοίωσις

 

1.65 Ηδονή και λύπη, επιθυμία και φόβος και τα επακόλουθά τους δεν δημιουργήθηκαν στην αρχή μαζί με τη φύση των ανθρώπων, γιατί θα ήταν στοιχεία περιορισμού της φύσης. Λέω αυτό που έμαθα από τον μεγάλο Γρηγόριο Νύσσης, ότι αυτά εισήλθαν εκ των υστέρων εξαιτίας της απώλειας της τελειότητας και φυτεύτηκαν στο αλογότερο μέρος της φύσης. Δι’ αυτών αντί για τη μακάρια και θεία εικόνα, μόλις έγινε η παρακοή, έγινε στον άνθρωπο ολοφάνερη και καθαρή η ομοίωσή του με τα άλογα ζώα.

(Κεφάλαια διάφορα Θεολογικά τε και Οικονομικά, PG 90 1204CD 1205A - 15Δ 50 52)

[290] «Καὶ τῇ τῆς ψυχῆς ἡδονῇ τὴν γλῶτταν εἰς ὑμνῳδίαν κινῶ». (Μεγ. Αθανασίου, ΕΞΗΓΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΨΑΛΜΟΥΣ, PG 27, 404D).

[291] Ὅλος γὰρ ὁ νοητὸς κόσμος ὅλῳ τῷ αἰσθητῷ μυστικῶς τοῖς συμβολικοῖς εἴδεσι τυπούμενος φαίνεται τοῖς ὁρᾷν δυναμένοις· καὶ ὅλος ὅλῳ τῷ νοητῷ ὁ αἰσθητὸς γνωστικῶς κατὰ νοῦν τοῖς λόγοις ἁπλούμενος ἐνυπάρχων ἐστίν. Ἐν ἐκείνῳ γὰρ οὗτος τοῖς λόγοις ἐστί, κἀκεῖνος ἐν τούτῳ τοῖς τύποις· καὶ τὸ ἔργον αὐτῶν ἕν, καθὼς ἂν εἴη τροχὸς ἐν τῷ τροχῷ, φησὶν ὁ θαυμαστὸς τῶν μεγάλων θεατὴς Ἰεζεκιήλ, περὶ τῶν δύο κόσμων, οἶμαι, λέγων. Καὶ πάλιν· "τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται», φησὶν ὁ θεῖος Ἀπόστολος.

 

Όλος ο νοητός κόσμος σε όλο τον αισθητό μυστικά με τις συμβολικές μορφές τυπούμενος, φαίνεται από όσους έχουν τη δύναμη να βλέπουν. Και όλος ο αισθητός σε όλο το νοητό όταν, γνωστικά (σε κατάσταση θείου φωτισμού) κατά νουν (γνωρίζει ο νους όταν φωτίζεται από τη θεία Χάρη), απλοποιημένος σε λόγους ενυπάρχει. Ο αισθητός βρίσκεται μέσα στο νοητό με τους λόγους κι ο νοητός μέσα στον αισθητό με τους τύπους, και είναι το έργο τους ένα, σα να ήτανε ένας τροχός μέσα σε άλλον τρόχο, λέγει ο θαυμαστός των μεγάλων θεατής Ιεζεκιήλ μιλώντας, νομίζω, για τους δύο κόσμους. Αλλά κι ο θείος Απόστολος λέγει σχετικά: «τα αόρατα του Θεού από τη δημιουργία του κόσμου γίνονται ορατά, όταν νοούνται (τα βλέπει ο νους) στα δημιουργήματα».

Τῶν γὰρ νοητῶν ἡ διὰ τῶν ὁρατῶν συμβολικὴ θεωρία, τῶν ὁρομένων ἐστὶ διὰ τῶν ἀοράτων πνευματικὴ ἐπιστήμη καὶ νόησις.

 

Γιατί η συμβολική όραση των νοητών δια των ορατών είναι η πνευματική επιστήμη και νόηση τον ορομένων δια των αοράτων.

(Μυσταγωγία, PG 91, 669C - 14 60-2)

[292] Προς Θαλάσσιον, PG 90, 685D - 14Γ 288

[293] «Ἄρα περιεκτικὸς οὐ μόνον αἰσθητικῶν δυνάμεων, ἀλλὰ καὶ νοερῶν ἐνεργειῶν ἐστιν ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, ὡς μὴ μόνον σωμάτων ἀλλὰ καὶ τῶν ἀσωμάτων δημιουργός». (Προς Θαλάσσιον, PG 90, 656D 657A - 14Γ 244).

[294] ὁ τεχνίτης Λόγος, ζῶον ἓν ἐξ ἀμφοτέρων, ἀοράτου τε λέγω καὶ ὁρατῆς φύσεως, δημιουργεῖ τὸν ἄνθρωπον· καὶ παρὰ μὲν τῆς ὕλης λαβὼν τὸ σῶμα ἤδη προϋποστάσης, παρ᾽ ἑαυτοῦ δὲ πνοὴν ἐνθεὶς (ὃ δὴ νοερὰν ψυχὴν καὶ εἰκόνα Θεοῦ οἶδεν ὁ λόγος), οἷόν τινα κόσμον δεύτερον, ἐν μικρῷ μέγαν, ἐπὶ τῆς γῆς ἵστησιν, ἄγγελον ἄλλον, προσκυνητὴν μικτὸν, ἐπόπτην τῆς ὁρατῆς κτίσεως, μύστην τῆς νοουμένης, βασιλέα τῶν ἐπὶ γῆς, βασιλευόμενον ἄνωθεν, ἐπίγειον καὶ οὐράνιον, πρόσκαιρον καὶ ἀθάνατον, ὁρατὸν καὶ νοούμενον, μέσον μεγέθους καὶ ταπεινότητος· τὸν αὐτὸν, πνεῦμα καὶ σάρκα.

 

Ο δημιουργός Λόγος δημιουργεί τον άνθρωπο ως ένα ζώο από τα δύο, την αόρατη και την ορατή φύση. Και αφού πήρε από την ύλη, που ήδη υπήρχε, το σώμα, και αφού έβαλε από τον εαυτό του πνοή (αφού δημιούργησε τη νοερά ψυχή, την εικόνα του Θεού), τον έστησε στην γη σαν δεύτερο κόσμο, κατά κάποιο τρόπο, μεγάλο μέσα στη μικρότητά του, σαν άλλο άγγελο, μικτό προσκυνητή, επόπτη της ορατής κτίσης, μύστη της νοούμενης, βασιλιά όσων βρίσκονται πάνω στη γη, κυβερνόμενο άνωθεν, επίγειο και ουράνιο, πρόσκαιρο και αθάνατο, ορατό και νοούμενο, ανάμεσα στο μεγαλείο και την ταπεινότητα, τον ίδιο πνεύμα και σάρκα.

(Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΙΣ ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ, ΠΑΤΕΡ. ΕΚΔ. «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ», ΓΡ. ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΡΓΑ τ. 5, σ. 52-4)

[295] Τοὺς δερματίνους ἀμφιέννυται χιτῶνας, (ἴσως τὴν παχυτέραν σάρκα, καὶ θνητὴν, καὶ ἀντίτυπον)· καὶ τοῦτο πρῶτον γινώσκει τὴν ἰδίαν αἰσχύνην, καὶ ἀπὸ Θεοῦ κρύπτεται. Κερδαίνει μέν τι κἀνταῦθα, τὸν θάνατον, καὶ τὸ διακοπῆναι τὴν ἁμαρτίαν, ἵνα μὴ ἀθάνατον ᾖ τὸ κακόν.

 

Τους έντυσε με τους δερμάτινους χιτώνες (πιθανόν την παχύτερη σάρκα, και θνητή και εμπαθή)· Κατ’ αρχήν αντιλαμβάνεται ότι οφείλει να ντρέπεται για την κατάστασή του και κρύβεται από τον Θεό. Κερδίζει όμως κάτι και όλα αυτά, τον θάνατο και το ότι με το να γίνει θνητός διακόπτεται η αμαρτία, έτσι ώστε να μη γίνει το κακό αθάνατο.

(Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΙΣ ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ, PG 36, 324CD – ΠΑΤΕΡ. ΕΚΔ. «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ», ΓΡ. ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΡΓΑ τ. 5, σ. 56)

[296] Τὴν ἀλογίαν δὲ τῆς ἡδονῆς, ὄφεως δίκην ἑρπηστικοῦ, προσδεξαμένης αἰσθήσεως· καθ᾽ ἧς ὡρίσθη δικαίως ὁ θάνατος, ἵνα παύσηται τῷ διαβόλῳ πρὸς τὴν ψυχὴν παρεχομένη τὴν εἴσοδον.

 

Η αίσθηση δέχτηκε την αλογία της ηδονής, σαν το φίδι που έρπει, εναντίον της οποίας ορίστηκε δίκαια ο θάνατος, για να παύσει να παρέχει στο διάβολο είσοδο προς την ψυχή.

(Προς Θαλάσσιον, PG 90, 669B - 14Γ 264)

Τῇ σαρκί διά τήν παράβασιν ἐνεφύρη τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος, ὅπερ ἐστίν ἡ κατ᾿ αἴσθησιν ἡδονή, δι᾿ ἥν διά πόνων κατεκρίθη τῆς σαρκός ὁ θάνατος, εἰς τήν τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας ἀναίρεσιν ἐπινενοημένος.

 

Στην σάρκα εξαιτίας της παρακοής εμφυτεύτηκε ο νόμος της αμαρτίας, που είναι η σωματική ηδονή, εξαιτίας της οποίας κατακρίθηκε η σάρκα σε επώδυνο θάνατο, ο οποίος εφευρέθηκε για να αναιρεθεί ο νόμος της αμαρτίας.

(Προς Θαλάσσιον, PG 90, 601D - 14Γ 158, και Κεφάλαια διάφορα Θεολογικά τε και Οικονομικά, PG 90 1308A - 15Δ 198)

[297] «Τῶν ἀμίκτων (της ψυχής και του σώματος) προνοητικῶς ποιεῖται διαίρεσιν, ἵνα μὴ ἀθάνατον γένηται τὸ κακόν». (Προς Θαλάσσιον, PG 90, 417A - 14Β 282).



Γ 3




1. Γιατί και πώς μελετούμε την Ιστορία
 

και ....

ΙΣΗΜΕΡΙΕΣ - ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΑ


ΠΟΤΕ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΣΧΑ

Η Α' Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας (325) όρισε ως ημέρα εορτασμού του Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου. Καθόρισε επίσης ότι, εφόσον η πανσέληνος είναι Κυριακή, το Πάσχα θα γιορτάζεται την αμέσως επόμενη Κυριακή.

Επειδή η πρώτη μέρα της Σελήνης τοποθετείται μεταξύ 8ης Μαρτίου και 5ης Απριλίου, το Πάσχα μπορεί να πέσει στο διάστημα μεταξύ 22ας Μαρτίου και 25ης Απριλίου. Οι ημερομηνίες αυτές υπολογίζονται με το παλαιό ημερολόγιο (Γρηγοριανό), γιατί μ' αυτό καθορίζεται η εαρινή ισημερία. Για να βρούμε τα όρια μέσα στα οποία γιορτάζεται το Πάσχα, σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο, προσθέτουμε 13 μέρες. Έτσι βρίσκουμε ότι οι ημερομηνίες του ορθόδοξου Πάσχα κυμαίνονται από τις 4 Απριλίου ως τις 8 Μαΐου.

Η λέξη Πάσχα παράγεται από την Αραμαϊκή PASHA που συγγενεύει με την εβραϊκή πεσάχ και σημαίνει «διάβαση».



  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
ΒΙΒΛΙΟ ΥΛΗΣ