ΒΙΒΛΙΟ ΥΛΗΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

Θεοπνευστία

 

Η δογματική εκτροπή που προκάλεσε το Σχίσμα μεταξύ Ρώμης και Νέας Ρώμης (Κωνσταντινούπολης) είχε σαν αποτέλεσμα τη λάθος κατανόηση της θεοπνευστίας. Πλέον κέντρο του ανθρώπου θεωρήθηκε το μυαλό και όχι η καρδιά, η προσευχή φάνταζε να είναι κατώτερο πράγμα από τη σκέψη. Θεωρήθηκε ότι ανώτερη λειτουργία ήταν η εγκεφαλική, το σκέπτεσθαι, εκεί τοποθετήθηκε ο «δέκτης» της άκτιστης θείας ενέργειας, η οποία επίσης υποβαθμίστηκε σε κτιστή. Νομίστηκε πλέον ότι ο άγιος δεν βιώνει στη καρδιά του την αποκάλυψη, τη θεία αγάπη, κατά την εμπειρία της θέωσης, αλλά, ότι δέχεται στο μυαλό του θείες «αποκαλύψεις». Τα «άρρητα ρήματα» θεωρήθηκαν ρητά! Υποτίθεται πλέον ότι, ο Θεός υπαγορεύει και ο Μωυσής γράφει κατά λέξη. Θεωρήθηκε δηλαδή ότι η Βίβλος είναι κατά γράμμα θεόπνευστη. Αυτή η παρανόηση είναι το θεωρητικό υπόβαθρο της συνεχιζόμενης κόντρας με την Επιστήμη. Χύθηκε πολύ αίμα και περισσότερο μελάνι. Καημένοι χριστιανοί επιστήμονες ξοδεύουν τη δημιουργική τους ορμή, σπαταλάνε το χρόνο και την ικμάδα τους «υπερασπιζόμενοι» τις «επιστημονικές θέσεις» της Βίβλου. Στρατιές Δημιουργιστών (Creationists) «καίνε τα μυαλά τους» ψάχνοντας επιχειρήματα κατά της θεωρίας της Εξέλιξης. Αιτία η δογματική εκτροπή.

Η Αγία Γραφή όμως είναι θεόπνευστη μέσα από μια άλλη διαδικασία: Ο άγιος βλέπει, του αποκαλύπτονται κάποια πράγματα και μετά χρησιμοποιεί τη γλώσσα και τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής του για να διηγηθεί αυτά που είδε. Η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη, αλάθητη, στα θέματα που αφορούν τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, την σωτηρία δηλαδή του ανθρώπου, αλλά στα επιστημονικά θέματα απλώς αναφέρει τις απόψεις της εποχής των συγγραφέων Της και φυσικά έχει λάθη, στην περίπτωση που οι απόψεις της εποχής που έζησαν οι συγγραφείς Της είναι λανθασμένες.

Εδώ και αρκετά χρόνια, στην σύγχρονη ελλαδική θεολογία και κηρυγματική έχουν ξεχαστεί αυτά που διδάσκει ο Ρωμανίδης και πολλοί θεολόγοι και κληρικοί, συχνά και επίσκοποι, βάλλουν εναντίον διαφόρων θέσεων της σύγχρονης επιστήμης. Όσοι «ορθόδοξοι», όμως, εναντιώνονται στις θέσεις της επιστήμης νομίζοντας ότι αυτές προσβάλλουν τη θεοπνευστία της Βίβλου, είτε από αφέλεια και άγνοια, είτε εν γνώσει τους, απλώς κηρύττουν ειδωλολατρία. Ταυτίζουν την Αγία Γραφή με την Αποκάλυψη, και απλώς αποδεικνύουν ότι είναι φορείς και θύματα ενός άδηλου, εξ οσμώσεως, παπισμού. Το να αποδίδει κανείς στις περί Θεού διατυπώσεις νόημα από την καθημερινή μας εμπειρία είναι ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ, λατρεύει τα κτίσματα παρά τον Κτίστη, «κατανοεί» τον Θεό όπως αυτός θέλει, δηλαδή, αποδίδει ανθρώπινες ιδιότητες στον Θεό όπως οι αρχαίοι ειδωλολάτρες, και καταντάει να λατρεύει τα κτίσματα (τις, από τις ανθρώπινες εμπειρίες του προερχόμενες εικασίες του περί Θεού) και όχι τον πραγματικό Κτίστη.




Ο μητροπολίτης Ναυπάκτου και αγίου Βλασίου Ιερόθεος, συγγραφέας που από το 1978 μέχρι το 2012 έχει γράψει και δημοσιεύσει 64 βιβλία, από τα οποία έχουν μεταφραστεί:

18 στα Αγγλικά
4 στα Γαλλικά
14 στα Ρουμανικά
6 στα Αραβικά
6 στα Σερβικά
5 στα Ρωσικά
3 στα Βουλγάρικα
3 στα Ουγγρικά
και από 1 στα:       Γερμανικά, Ισπανικά, Γεωργιανά, Τσεχικά, Ουκρανικά, Κορεατικά και Κινέζικα.

Ο μητροπολίτης Ναυπάκτου και αγίου Βλασίου Ιερόθεος, τον Μάρτιο του 2012 δημοσίευσε βιβλίο με τίτλο: «π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ένας κορυφαίος δογματικός θεολόγος της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας».

Ο Ιωάννης Ρωμανίδης είναι ο σημαντικότερος θεολόγος στον ελλαδικό χώρο μετά την Επανάσταση του 1821.

Γεννήθηκε στον Πειραιά, στις 2 Μαρτίου 1927. Έφυγε από την Ελλάδα και μετανάστευσε στην Αμερική, στις 15 Μαΐου 1927 (σε ηλικία 72 ημερών), με τους γονείς του και μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη, στο Μανχάταν στην 46η οδό, μεταξύ της 2ας και της 3ης Λεωφόρου.

Σπούδασε στο Ελληνικό Κολέγιο Μπρούκλιν, Μασαχουσέτης, στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Γέηλ, Διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ (School of Arts and Sciences). Σπούδασε ακόμη στο Ρωσικό Σεμινάριο του Αγίου Βλαδίμηρου της Νέας Υόρκης, στο επίσης Ρωσικό Ινστιτούτο Αγίου Σεργίου στο Παρίσι και στο Μόναχο της Γερμανίας. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1951 και έκτοτε διακόνησε ως εφημέριος σε διάφορες ενορίες των ΗΠΑ. Μεταξύ των ετών 1958 και 1965 υπηρέτησε ως καθηγητής στη Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού, παραιτήθηκε όμως το 1965, διαμαρτυρόμενος για την απομάκρυνση του π. Γεωργίου Φλορόφσκι από την Σχολή.

Εξελέγη για την Έδρα της Δογματικής στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στις 12 Ιουνίου 1968, αλλά δεν τον διόριζαν γιατί είχε κατηγορηθεί ως «κομμουνιστής». Τελικά τον διόρισαν το 1970. Το 1984, για προσωπικούς λόγους παραιτήθηκε. Εκτός από καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης ήταν και Επισκέπτης Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού του Πανεπιστημίου Μπαλαμάντ, του Λιβάνου από το 1970.

Ο Ιωάννης Ρωμανίδης απεβίωσε
στις 1 Νοεμβρίου 2001.


Τα έργα του Ιωάννη Ρωμανίδη στα Ελληνικά:

http://www.box.net/shared/6qiszv6yq0

και στα Αγγλικά:

http://www.box.net/shared/in1qo4z055




Ο Ναυπάκτου Ιερόθεος έχει επίσης δημοσιεύσει ένα δίτομο έργο του με τίτλο: «ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη», (τον 1ο τόμο το 2010 και τον 2ο το 2011).

Στις σελίδες 119-124 του 2ου τόμου της «ΕΜΠΕΙΡΙΚΗΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ...»γράφει ο επίσκοπος Ναυπάκτου:

«Η αποκαλυπτική εμπειρία διατυπώνεται με κτιστά ρήματα και νοήματα, δηλαδή οι θεόπτες Προφήτες, Απόστολοι και Πατέρες χρησιμοποιούν τις αντιλήψεις των ανθρώπων της εποχής τους για να διατυπώσουν την εμπειρία τους. Η βασική διδασκαλία τους είναι ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και Αυτός τον διευθύνει, αλλά η διατύπωση της εμπειρίας προέρχεται από τις γνώσεις της εποχής. Το πρώτο είναι θεολογικό, το δεύτερο επικοινωνιακό. Η κοσμολογία της Παλαιάς Διαθήκης, ως προς την έκφραση, την διατύπωση, είναι επηρεασμένη από την βαβυλωνιακή κοσμολογία της εποχής εκείνης. Αυτό τονίζεται, για να μη γίνη καμιά σύγχυση μεταξύ της θεοπτικής θεολογίας των αγίων και της επιστημονικής γλώσσας κάθε εποχής».

Μετά παραθέτει απομαγνητοφωνημένη ομιλία του Ρωμανίδη:

«Όταν η Παλαιά Διαθήκη μιλάη για το στερέωμα, αυτή είναι βαβυλωνιακή κοσμολογία. Οπότε, φαντάστηκαν την δημιουργία ότι στην αρχή ο Θεός εδημιούργησε το στερέωμα, ... Αυτή είναι η κοσμολογία της Παλαιάς Διαθήκης. Τι σχέση έχει αυτό με την πραγματικότητα; Η κοσμολογία της Γενέσεως, συγκρινομένη με την βαβυλωνιακή κοσμολογία, παρουσιάζει καταπληκτικές ομοιότητες. Όταν κανείς πάρη την Παλαιά Διαθήκη και υπολογίση πότε ο κόσμος δημιουργήθηκε, ... από περίπου 6.000-6.500 χρόνια. Τώρα, γνωρίζουμε ότι το σύμπαν είναι πολύ παλαιότερο από 6.500 χρόνια, Οπότε, ξέρουμε ότι ο κόσμος είναι τουλάχιστον δεκαπέντε δισεκατομμύρια έτη φωτός ηλικία. Αυτό σημαίνει ότι η Αγία Γραφή έχει πέσει τελείως έξω στο θέμα της χρονολογήσεως του σύμπαντος. Οπότε, η Αγία Γραφή φαίνεται εξ επόψεως επιστημονικής ένας νάνος από γνώσεις».

Και συμπληρώνει ο Ναυπάκτου Ιερόθεος:

«Η σύγκρουση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης, που έγινε στον Μεσαίωνα, ήταν αποτέλεσμα της άγνοιας ότι οι θεούμενοι-θεόπτες Προφήτες, Απόστολοι, Πατέρες την αποκαλυπτική τους εμπειρία την εκφράζουν μέσα από τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους. Οι θεόπτες Προφήτες, Απόστολοι, Πατέρες κατέγραφαν την πνευματική τους εμπειρία, για να οδηγήσουν τους μαθητές τους στην προσωπική γνώση του Δημιουργού του κόσμου, όχι για να τους μάθουν επιστημονικές γνώσεις για τον κόσμο».




Απόσπασμα από πανεπιστημιακή παράδοση του Ιωάννη Ρωμανίδη στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ. Ακαδ. Έτος: 1982-1983:

«Δηλαδή εκείνος που δεν είναι εις την κατάστασιν της καθάρσεως και του φωτισμού [Φωτισμός είναι το δεύτερο στάδιο της πνευματικής ζωής κατά τη διάρκεια του οποίου ο χριστιανός έχει αποκτήσει τη νοερά προσευχή, αισθάνεται ζωντανά μέσα στη καρδιά του τη Θεία Χάρη και τρέφεται από Αυτή] τα νοήματα και τα ρήματα που χρησιμοποιεί για τον Θεόν είναι καθαρά ειδωλολατρικά και δεν έχουν ανταπόκριση προς την πραγματικότητα. …… τα ρητά και τα νοήματα που χρησιμοποιούνται εις την κατάσταση της καθάρσεως και του φωτισμού δεν έχουν ανταπόκριση προς την πραγματικότητα, αλλά, είναι προσωρινά μέσα. Διατί; Διότι, όταν ο άνθρωπος φθάσει εις την πραγματικότητα που λέγεται Θεός μέσω της εμπειρίας του δοξασμού που λέγεται στους Πατέρας θέωση [θέωση είναι το τρίτο στάδιο της πνευματικής ζωής που τότε ο άνθρωπος αισθάνεται ζωντανό μέσα του τον Χριστό και μπορεί να ομολογεί με τον απόστολο Παύλο, «δεν ζω εγώ, αλλά, ζει μέσα μου ο Χριστός»], τότε τα ρητά και τα νοήματα καταργούνται. Με παρακολουθείτε; Οπότε δεν έχουν ανταπόκριση εις την πραγματικότητα γιατί μεταξύ του Θεού και των κτισμάτων ουδεμία ομοιότης υπάρχει.

Οπότε αυτό που συμβαίνει εις την ορθόδοξον θεολογία είναι ότι αναγνωρίζουμε τα ανθρωπολογικά θεμέλια της θεολογίας, λέμε ότι τα νοήματα και τα ρητά είναι καθαρά ανθρώπινα και ανθρωπομορφικά και προσθέτουμε ότι δεν έχουν ανταπόκριση προς την πραγματικότητα και έχουν προσωρινό χαρακτήρα [Λέμε ότι ο Θεός είναι αγάπη, όμως, γνωρίζουμε ότι ενώ έχουμε αισθανθεί και ενεργητικά και παθητικά αγάπη όλα όσα γνωρίζουμε από την ανθρώπινη εμπειρία ως αγάπη δεν ανταποκρίνονται σε αυτό που νιώθουν οι άγιοι ως αγάπη όταν ενώνονται με τον Θεό. Η φράση «ο Θεός είναι αγάπη» για μας είναι σαν την φράση, «το κόκκινο είναι ζεστό χρώμα» για τον εκ γενετής τυφλό]. Οι Λογικοί Θετικιστές με την γλωσσική ανάλυση φθάνουν στο συμπέρασμα πως, ό,τι και να πει ο άνθρωπος, είναι προβολή της προσωπικής του κατάστασης. Όταν όμως ο άνθρωπος ασχολείται με πράγματα τα οποία δεν βλέπει και αρχίζει να ταυτίζει τη σκέψη του με κάποια πραγματικότητα η οποία δεν έχει επιβεβαίωση εις την εμπειρία, έ, τότε βαδίζουμε ας πούμε εις κάποια σφαίρα αποπροσανατολισμού πλέον, και άνθρωποι οι οποίοι βαδίζουν αυτόν τον δρόμο πρέπει να είναι αν όχι έτοιμοι για το τρελοκομείο τουλάχιστον περίπου έτοιμοι για το τρελοκομείο, διότι μόνο ένας παλαβός ημπορεί να ταυτίσει τη σκέψη του με μια πραγματικότητα για την οποία δεν έχει καμία επιβεβαίωση. Οπότε όταν χρησιμοποιούμε λέξεις όπως Θεός, ενσάρκωσις, υποστατική ένωση, Αγία Τριάδα, μία ουσία, τρεις υποστάσεις κ.λπ. μιλάμε για όχι σοβαρά πράγματα δηλαδή. Με παρακολουθείται; (Εννοεί ότι δεν είναι σοβαρά πράγματα όταν χρησιμοποιούμε λέξεις όπως Θεός κλπ. χωρίς να έχουμε την επιβεβαίωση μέσα από την εμπειρία της θέωσης ότι υπάρχει εκείνη η πραγματικότητα για την οποία μιλάμε, ο Θεός δηλαδή)

Πάντως εκείνο που θέλω να τονίσω είναι ότι μπορεί κανείς να παραλληλίσει την πατερική αντίληψη περί νοημάτων και ρητών με την αντίληψη των Λογικών Θετικιστών. Τα ρητά και τα νοήματα περί Θεού, που έχουν καθαρά προσωρινό χαρακτήρα, αναγνωρίζουν οι Πατέρες ότι είναι καθαρά ανθρωπομορφικά, δεν ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα. Διότι μας λένε οι Πατέρες ότι, όποιος ταυτίσει τα περί Θεού ρητά και νοήματα με τον Θεό είναι ειδωλολάτρης! Αυτή είναι η ειδωλολατρία για τους Πατέρες της Εκκλησίας! Η θεολογία και το δόγμα και η νοερά προσευχή καταργούνται, έχουν προσωρινό χαρακτήρα, οπότε είναι ειδωλολατρία να ταυτίσουμε τον Θεό με τα περί Αυτού ρητά και νοήματα.

Για μας τους Ορθοδόξους η θεολογία είναι θετική επιστήμη επειδή υπάρχει το δεδομένο, η εμπειρία, της νοεράς προσευχής. Αλλά επί πλέον υπάρχει και η εμπειρία της θέωσης που για μας είναι το θεμέλιο της θεολογίας διότι είναι εμπειρία δεν είναι σκέψη. Και μάλιστα οι Πατέρες θα προχωρήσουν και πάρα πέρα και να πούνε ότι και τα υπό μελέτην αντικείμενα διαφεύγουν του ανθρώπου, διότι όπως δεν γνωρίζουμε την ουσίαν του Θεού ούτε και των πραγμάτων την ουσίαν γνωρίζουμε. Οπότε οι Πατέρες συμβαδίζουν πολύ κοντά με τους Λογικούς Θετικιστές.

... δέχεται την Αγία Γραφή ως Αποκάλυψη. Και εφόσον η Αγία Γραφή είναι Αποκάλυψη, η Αγία Γραφή είναι το θεμέλιον της χριστιανικής θεολογίας. Ναι, αλλά για την πατερική θεολογία αυτά είναι κουραφέξαλα! Γιατί; Διότι η Αγία Γραφή δεν είναι Αποκάλυψις! Η Αγία Γραφή είναι λόγος περί Αποκαλύψεως είναι λόγος περί του Λόγου του Θεού, αλλά δεν ταυτίζουν την Αγίαν Γραφήν με την Αποκάλυψιν! Κι εμείς οι Ορθόδοξοι απορρίπτουμεν πατροπαραδότως την κατά γράμμα θεοπνευστία της Αγίας Γραφής. Για μας η Αγία Γραφή είναι ρητά και νοήματα. Οπότε εις την εμπειρία της θεώσεως για μας, όταν λέμε ότι καταργούνται τα ρητά και τα νοήματα περί Θεού στην εμπειρία της θέωσης, αυτό ισχύει και για την Αγία Γραφή! Και η Αγία Γραφή καταργείται εις την εμπειρία της θέωσης! Ενώ για τους δυτικούς χριστιανούς η Αγία Γραφή είναι η Aποκάλυψη, είναι ότι το Κοράνιο για τους Μουσουλμάνους! Διότι το Κοράνιο για τους Μουσουλμάνους είναι όχι μόνον η Αποκάλυψη αλλά κατέβηκε από τον ουρανό και είναι άκτιστο κιόλας! Το Κοράνιο υπάρχει πάντοτε παρά τω Θεώ. Κάτι παρόμοιο έχουν και οι Φράγκοι του Μεσαίωνα και συνεχίζουν σήμερα οι δυτικοί χριστιανοί πάνω στα θέματα αυτά, και σκανδαλίζονται όταν ένας Ορθόδοξος τους λέει ότι η Αγία Γραφή δεν είναι Αποκάλυψη, δεν είναι ο Λόγος του Θεού!




Αποσπάσματα από το βιβλίο του μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου, «Μεταξύ δύο αιώνων»:

«Δεν μπορεί να υπάρξη καμμιά σύγκρουση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης, ούτε μεταξύ θεολόγων και επιστημόνων. Η σύγκρουση έγινε ιστορικά στην Δύση, όταν ταυτίστηκε η μεταφυσική με την θεολογία.

Όταν, λοιπόν, στην Δύση ταυτίστηκε η μεταφυσική με την θεολογία και όταν μάλιστα η ανάπτυξη των φυσικών επιστημών είχε σαν αποτέλεσμα να κλονισθούν τα θεμέλια της μεταφυσικής, τότε χτυπήθηκε και η θεολογία, που είχε ταυτισθή με την μεταφυσική.

Ο θεολόγος είναι θεόπνευστος σε ό,τι αφορά τον Θεό, όχι όμως σε ό,τι αφορά τα φυσικά φαινόμενα. “Ο θεόπτης είναι θεόπνευστος και ομιλεί απλανώς περί Θεού και οδηγεί αλαθήτως προς τον Θεό, αλλά δεν είναι αλάθητος εις τα αφορώντα τας θετικάς και άλλας επιστήμας θέματα, περί των οποίων δύναται να γνωρίζη μόνον όσα γνωρίζουν οι σύγχρονοί του επιστήμονες”.

Δεν μπορεί ο θεολόγος να κάνη τον επιστήμονα, μέσω της θεολογίας του».




Το κεφάλαιο «ΠΕΡΙ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΙΑΣ» από το βιβλίο ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ που είναι απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του Ρωμανίδη:

Μεταξύ των Προτεσταντών και των Παπικών έχει δημιουργηθεί η εντύπωση, η οποία έχει επηρεάσει πάρα πολύ την μοντέρνα Ορθόδοξη σκέψη ότι την Αγία Γραφή ο Θεός την έδωσε στην Εκκλησία. Σ’ αυτό συμφωνούν όλοι και οι Προτεστάντες και οι Παπικοί και οι Ορθόδοξοι.

Στην Παλαιά Διαθήκη και στην Καινή Διαθήκη, αλλά και στην Παράδοση συναντά κανείς απόψεις, τις οποίες εδώ και τουλάχιστον 150 χρόνια η επιστήμη απέδειξε λανθασμένες με την πρόοδο στην έρευνα που είχαν κατ’ εξοχήν οι θετικές επιστήμες. Αυτό βέβαια δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα σε έναν ο οποίος δεν καταλαβαίνει σωστά τι εννοούν οι Πατέρες όταν μιλάνε για θεοπνευστία. Αυτό το πρόβλημα αφορά κυρίως στην μελέτη της Αγίας Γραφής.

Στην Φραγκική Παράδοση που ακολούθησε τον Αυγουστίνο, η Αποκάλυψη ταυτίσθηκε με την αποκάλυψη νοημάτων εκ μέρους του Θεού στον άνθρωπο. Μάλιστα, όχι μόνο νοημάτων, αλλά και ρητών, δηλαδή όρων και λέξεων, που συνοδεύουν τα νοήματα αυτά. Έχουμε δηλαδή τη λεγόμενη κατά γράμμα θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, κατά την οποία ο Θεός εμφανίζεται να υπαγορεύει τρόπον τινά τα ρητά και τα νοήματα [//116] στους συγγραφείς της Αγίας Γραφής. Δηλαδή θεωρούν ότι ουσιαστικά συγγραφέας της Αγίας Γραφής είναι ο ίδιος ο Θεός και όχι οι Προφήτες ή οι Ευαγγελιστές. Επειδή λοιπόν η Δυτική Θεολογία ακολούθησε αυτήν την γραμμή, προκλήθηκε μεγάλο πρόβλημα με την εμφάνιση της μοντέρνας επιστήμης, η οποία ανέτρεψε ορισμένες θέσεις της Αγίας Γραφής, όπως π.χ. την ηλικία του κόσμου, οπότε είναι σαν να αποδεικνύεται ψεύτης ο Θεός σε εκείνα που ο Ίδιος υπαγόρευσε, παλαιότερα.

Όταν λέμε θεοπνευστία, έρχεται αμέσως στο νου μας η Αγία Γραφή, δηλαδή οι Προφήτες και οι Απόστολοι. Αν τώρα κανείς είναι συντηρητικός, θα έλθει στο μυαλό του και καμία Οικουμενική Σύνοδος, εκτός από την Αγία Γραφή. Διότι για έναν τέτοιον άνθρωπο και οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων είναι θεόπνευστες. Και, αν είναι περισσότερο συντηρητικός, φέρνει στον νου του και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Αν είναι ακόμη πιο συντηρητικός, φέρνει στο νου του και τους Κανόνες της Εκκλησίας, την Λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, και τα ράσα και τα καλυμμαύχια… Αυτός ο τελευταίος είναι πλήρως συντηρητικός. Αν δηλαδή το 50 είναι η βάση και το 100 το μέγιστο, αυτός πιάνει το 100. Έχει δηλαδή 100 κιλά συντηρητικότητας!

[//117] Στην σύγχρονη Ορθόδοξη Θεολογία υπάρχει μεγάλη σύγχυση επάνω στο θέμα αυτό. Στο τι είναι, τι σημαίνει δηλαδή θεοπνευστία και που είναι η θεοπνευστία.

Εκεί που συμφωνούν όλοι οι Χριστιανοί, Ορθόδοξοι και αιρετικοί, είναι ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη.

Ο Χριστός υποσχέθηκε στους Αποστόλους ότι θα έστελνε το Πνεύμα το Άγιο, το Οποίο θα τους οδηγούσε «εις πάσαν την αλήθειαν». Οπότε ο Χριστός είναι Εκείνος που αποστέλλει το Πνεύμα το Άγιο και Εκείνο είναι που οδηγεί εις πάσαν την αλήθειαν.

Τώρα όμως τίθεται το ερώτημα: Σε ποιους ακριβώς δίνει ο Χριστός το Πνεύμα το Άγιο και ποιους ακριβώς οδηγεί στην πλήρη αλήθεια;

Οι Παπικοί απαντούν και λένε ότι το Πνεύμα το Άγιο εδόθη κατ’ αρχήν εις τους Αποστόλους και μέσω των Αποστόλων το λαμβάνουν και όλοι οι επίσκοποι, όταν χειροτονούνται και ότι εις Αυτό μετέχουν και οι παπάδες κατά κάποιον τρόπον.

[//118] Το ερμηνευτικό έργο της Αγίας Γραφής είναι αναμφισβήτητα έργο του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα είναι Εκείνο που καθοδηγεί τους ερμηνευτές στην ορθή ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Πως όμως γίνεται αυτό το πράγμα;

Πως το Πνεύμα το Άγιο καθοδηγεί, ποιους καθοδηγεί και σε τι συνίσταται αυτή η καθοδήγηση; Εκείνο που λένε μερικοί ότι, όταν μία Οικουμενική Σύνοδος αποφασίσει κάτι, αυτό είναι αλάθητο, επειδή η Οικουμενική Σύνοδος είναι θεόπνευστη κλπ., είναι σαν να μας υποχρεώνουν να δεχθούμε ως αλάθητη διδασκαλία ό,τι αποφασίζει και διακηρύσσει μία Οικουμενική Σύνοδος. Είναι η ίδια νοοτροπία με το αλάθητο του Πάπα.

Ο Χριστός, όταν είπε ότι θα μας δώσει το Πνεύμα το Άγιο, το οποίο θα μας οδηγήσει εις πάσαν την αλήθειαν, δεν μίλησε για Οικουμενικές Συνόδους. Δεν είπε δηλαδή ότι αυτό θα γίνεται στις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας. Ο Χριστός είπε απλά ότι το Πνεύμα το Άγιο θα είναι Εκείνο που θα μας οδηγήσει στην πλήρη αλήθεια. Προηγουμένως όμως, πριν δηλαδή από αυτό, είπε ότι εάν έχετε αγάπη μεταξύ σας, εγώ και ο Πατέρας μου θα έλθουμε και θα κατοικήσουμε μέσα σας. Η πλήρης μορφή όμως της αγάπης αποκαλύπτεται στην εμπειρία της θεώσεως. Η θέωση είναι η πλήρης μορφή της αγάπης. Δι’ αυτής της αγάπης, που πηγάζει από την εμπειρία της θεώσεως, γίνεται η πλήρης θεραπεία του ανθρώπου.

Η αγάπη αυτή αρχίζει να ενεργείται, όταν έλθει το Πνεύμα το Άγιο μέσα στον άνθρωπο, οπότε γίνεται ο άνθρωπος κατοικητήριο και ναός του Αγίου Πνεύματος. Και, όταν έλθει το Πνεύμα το Άγιο και κατοικήσει μέσα στον άνθρωπο, φέρνει μαζί Του και τον Πατέρα και τον Υιό. Τότε στον άνθρωπο κατοικεί ολόκληρη η Αγία Τριάδα.

Όταν ο Χριστός μιλάει για την έκχυση του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία και στους πιστούς, δεν μιλάει αφηρημένα, δεν εννοεί ότι θα το στείλει σε όλη την Εκκλησία γενικά. Ούτε ότι, επειδή οι δεσποτάδες και οι παπάδες έχουν μία αλληλοδιαδοχή με τις χειροτονίες, θα το λάβει γενικά όλη η Εκκλησία. Ούτε εννοεί ότι εξ αιτίας της χειροτονίας των επισκόπων υπάρχει οπωσδήποτε η εγγύηση ότι το Πνεύμα το Άγιο θα κατοικεί μόνιμα μέσα στην Ιεραρχία. Διότι, δεν είναι η ύπαρξη του επισκόπου η εγγύηση ότι μία Σύνοδος εμφορείται από το Άγιο Πνεύμα. Απόδειξη είναι ότι υπήρξαν μέσα στην Εκκλησία πολλοί επίσκοποι, που καταδικάσθηκαν ως αιρετικοί.

Ο Χριστός μιλάει εδώ για κάτι άλλο. Οι Πατέρες λένε καθαρά ότι εδώ ο Χριστός μιλάει για δύο καταστάσεις, τον φωτισμό και τη θέωση. Όταν λέγει ο Χριστός ίνα πάντες εν ώσι, αναφέρεται στους Αποστόλους. Δηλαδή, όπως ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι ένα κατά την δόξα, διότι έχουν κοινή τη δόξα, έτσι και εμείς θα γίνουμε ένα, όταν όλοι μας θα μετάσχουμε στη δόξα του Θεού, όταν δηλαδή όλοι μας ή όσοι από εμάς γίνουν άξιοι, γίνουν μέτοχοι της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, του ακτίστου Φωτός. Διότι, όταν ένας άνθρωπος δοξάζεται, τότε γίνεται κοινωνός της άκτιστης δόξας της Αγίας Τριάδος, οπότε ενώνεται και με την Αγία Τριάδα, αλλά και με όσους συνανθρώπους του είναι εκείνην την στιγμή ενωμένοι και εκείνοι με τη δόξα του Θεού.

Οπότε εκείνο, για το οποίο προσεύχεται ο Χριστός στον Μυστικό Δείπνο είναι, πρώτα-πρώτα για την κάθαρση τους, μετά για τη φώτιση τους και τέλος για τη θέωση τους. Επομένως το «οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» αναφέρεται όχι γενικά σε όλους τους ανθρώπους, αλλά ειδικά σε όσους θα λάβουν μέρος στην εμπειρία της θεώσεως. Δηλαδή, όταν ο άνθρωπος φθάσει στη θέωση, τότε μόνον οδηγείται εις πάσαν την αλήθειαν. Επομένως [//123] η πάσα αλήθεια (η περί του Θεού και όχι η περί του κτιστού κόσμου) γίνεται γνωστή μόνο στην εμπειρία της θεώσεως.

Όσοι βρίσκονται σε κατάσταση φωτισμού ή θεώσεως, αυτοί είναι θεόπνευστοι. Θεοπνευστία σημαίνει να είναι κάποιος εμπνευσμένος από τον Θεό. Η υψηλότερη μορφή της Αποκάλυψης όσον αφορά στην θεοπνευστία, ήταν εκείνη που συνέβη στους Αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.

Ολόκληρο το βιβλιο «ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ»:



Για την θεοπνευστία της Αγίας Γραφής γράφει και ο γέροντας Σωφρόνιος για τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη:

«Τη ζωή της Εκκλησίας την αισθανόταν ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι και την Ιερή Παράδοση ως την αδιάλειπτη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Η Παράδοση, δηλαδή, η παραμονή του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία, είναι το πιο βαθύ θεμέλιο της Εκκλησίας. … η Αγία Γραφή είναι μόνο μία μορφή αυτής της Παράδοσης. Οπότε, αν η Εκκλησία χάσει Αυτή την Παράδοση θα πάψει να είναι αυτό που είναι, γιατί η διακονία της Καινής Διαθήκης είναι διακονία Πνεύματος «γραμμένη όχι με μελάνι αλλά με το Πνεύμα του ζωντανού Θεού, όχι σε πέτρινες πλάκες αλλά στις σάρκινες πλάκες της καρδιάς» (Β’ Κορ. γ’ 3).

Αν υποθέσουμε ότι για κάποιο λόγο η Εκκλησία χάσει όλα Της τα βιβλία, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τα έργα των αγίων Πατέρων και τα λειτουργικά βιβλία, τότε η Παράδοση, έστω με άλλες λέξεις, ή σε άλλη «γλώσσα», θα αποκαταστήσει την Αγία Γραφή. Και στην ουσία της η «νέα» αυτή Γραφή θα είναι έκφραση της ίδιας «άπαξ παραδοθείσης τοις αγίοις πίστεως», εκδήλωση του ίδιου Ενός Πνεύματος, [//109] που ακατάπαυστα ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, που είναι το πραγματικό Της θεμέλιο και η ουσία Της. … Όταν η Αγία Γραφή απομονώνεται από το ρεύμα της Ιερής Παράδοσης δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί σωστά με καμιά επιστημονική έρευνα.

Αν οι Γραφές του Παύλου και των άλλων Αποστόλων είναι Ιερά Γράμματα, τότε και η νέα Γραφή της Εκκλησίας, δηλαδή μετά την απώλεια των παλιών βιβλίων, θα είναι εξίσου Ιερή, γιατί, σύμφωνα με την επαγγελία του Κυρίου, ο Θεός –η Αγία Τριάδα- ατρέπτως μένει μέσα στην Εκκλησία».

[//112] Ο άγιος Σιλουανός έλεγε με ακράδαντη πεποίθηση ότι ο άνθρωπος με τον νου του δεν μπορεί να συλλάβει τη θεότητα, η οποία γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό και η Αγία Γραφή που είναι γραμμένη από το Άγιο Πνεύμα δεν μπορεί να κατανοηθεί με την επιστημονική έρευνα μόνο.

Ο Κύριος συνώψισε όλη την Αγία Γραφή στον σύντομο λόγο: «Αγαπάτε τον Θεόν και τον πλησίον», αλλά ο όρος «αγάπη» θα παραμένει μυστήριο σε όλους τους αιώνες για όλους τους φιλολόγους. Η λέξη αύτη (αγάπη) είναι το όνομα του Ιδίου του Θεού, και το αληθινό της νόημα δεν αποκαλύπτεται παρά μόνο με την ενέργεια του Ίδιου του Θεού.

Ο βίος του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη:




Τα ρήματα που ακούνε οι θεοφόροι θνητοί είναι άρρητα και γι’ αυτό δεν είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως θεμέλια. Άρρητα όπως άρρητο ρήμα για κάποιον που έχει γεννηθεί τυφλός και δεν έχει δει ποτέ του είναι η φράση: «το κόκκινο είναι ζεστό χρώμα». Χρώμα δεν έχει δει ποτέ του. Το αίσθημα του ζεστού το έχει νιώσει, αλλά, με διαφορετικό τρόπο. Έχει νιώσει τη ζεστασιά της αγκαλιάς, τη θερμότητα του τσαγιού, την κάψα του ήλιου αλλά δεν έχει εμπειρία ζεστού ή ψυχρού χρώματος. Η φράση «ζεστό χρώμα» ενώ είναι φράση, είναι ρήμα, όμως για τον εκ γενετής τυφλό είναι σαν να μην έχει ειπωθεί, είναι άρρητο ρήμα γιατί δεν εκφράζει κάποια προϋπάρχουσα εμπειρία, δεν έχει εμπειρικό περιεχόμενο και νόημα γι’ αυτόν. «Ο άνθρωπος με μεγάλο θρήνο στρέφεται προς τον Θεό με όλη του τη δύναμη, από ολόκληρο το είναι του, και έτσι μαθαίνει την προσευχή, η οποία τον αποσπά από αυτόν τον κόσμο και τον μεταφέρει σε άλλον, όπου ακούει άρρητα για την ανθρώπινη γλώσσα ρήματα. Άρρητα, γιατί αμέσως μόλις ντυθούν με συνηθισμένες λέξεις και έννοιες, επιτρέπουν σε αυτόν που τα ακούει να βλέπει και να καταλαβαίνει μόνο ό,τι ήδη έχει γνωρίσει από την πείρα του και τίποτα παραπάνω» (Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, Αρχ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1999 εκδ. 8η, μετ. Ιερομ. Ζαχαρίου, σ. 258-9). Ή, όπως τόσο παραστατικά είπε ο Βιτγκενστάιν, «και να του δοθεί του λιονταριού η δυνατότητα να μιλήσει, πάλι δεν θα το καταλάβουμε» γιατί έχουμε εντελώς διαφορετικό εμπειρικό υπόβαθρο. Ο λόγος του αγίου που πασχίζει να μεταφέρει την εμπειρία του αποτυγχάνει λόγω αυτής της εγγενούς αδυναμίας του λόγου. Μόνο αν έχει δοθεί στον ομιλούντα το χάρισμα να μεταφέρει την βιωθείσα εμπειρία, χάρισμα το οποίο είχε για παράδειγμα ο άγιος Σιλουανός ο Αγιορείτης, υπάρχει ελπίδα να τον καταλάβει κάποιος από τους ακροατές του. Δεύτερη απαραίτητη προϋπόθεση για να συμβεί η μεταφορά είναι ο ακροατής να θέλει να πεθάνει ως «εγώ» που ήδη ξέρει και γνωρίζει. Μόνο αν έχει εθιστεί στο άθλημα του Σωκράτη που είχε τη συνείδηση της ανεπάρκειας των γνώσεων του, υπάρχει ελπίδα να γίνει δέκτης ανοιχτός του πνεύματος των λόγων του αγίου.

Όσοι «ορθόδοξοι» εναντιώνονται σε σύγχρονες θέσεις της επιστήμης νομίζοντας ότι αυτές προσβάλλουν τη θεοπνευστία της Βίβλου είναι ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΣ, επειδή ταυτίζουν τα περί Θεού ρήματα της Βίβλου με τον Θεό, επειδή ταυτίζουν την Αγία Γραφή με την Αποκάλυψη, και απλώς αποδεικνύουν ότι είναι φορείς και θύματα ενός άδηλου, εξ οσμώσεως, παπισμού. Το να αποδίδει κανείς στις περί Θεού διατυπώσεις νόημα από την καθημερινή μας εμπειρία είναι ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ, λατρεύει τα κτίσματα παρά τον Κτίστη. Οι κτιστές, καθημερινές του εμπειρίες θεωρεί ότι μπορούν να νοηματοδοτήσουν τις λέξεις που χρησιμοποίησαν οι άγιοι για να μιλήσουν με τον άκτιστο Δημιουργό. Παθαίνει αυτό ακριβώς που πάθαιναν και οι αρχαίοι ειδωλολάτρες: αποδίδει στον Θεό ανθρώπινα χαρακτηριστικά, δημιουργεί τον Θεό κατά την δική του ανθρώπινη εικόνα, ΦΤΙΑΧΝΕΙ ΕΙΔΩΛΑ κι ας είναι πολυμαθέστατος κι ορθοδοξότατος θεολόγος, ή ευσεβέστατος ιερέας ή επίσκοπος!




ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ...


ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΛΟΓΙΑ μεταξύ κτιστού και Ακτίστου. Δηλαδή, αγαπάω κι αγαπιέμαι, γνωρίζω τι είναι η αγάπη, αλλά, ο άκτιστος Θεός είναι άλλου είδους ΑΓΑΠΗ. Βλέπω το φως του ήλιου και του κινέζικου φακού, φωτίζει η ατμόσφαιρα όταν ερωτεύομαι, αλλά, άλλου είδους ΦΩΣ είναι ο άκτιστος Θεός.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΛΟΓΙΑ μεταξύ λόγου περί του Ακτίστου και του Ίδιου του Ακτίστου. Ο Θεός ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ, αλλά, το ίδιο ακριβολογώ αν πω ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ, γιατί οτιδήποτε μπορώ να φανταστώ ως περιεχόμενο της λέξης ΑΓΑΠΗ δεν αντιστοιχεί με το πραγματικό περιεχόμενο της ΑΓΑΠΗ όταν μιλάμε για τον άκτιστο Θεό, και ακόμη, όταν ο θνητός ενώνεται μαζί Του και νιώθει την ΑΓΑΠΗ που ΕΙΝΑΙ ο Θεός, τότε ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ και η ίδια η λέξη ΑΓΑΠΗ από την αυτοσυνειδησία του, από τον νου του, ο οποίος έκπληκτος «κολυμπάει» στον ΩΚΕΑΝΟ της ΑΓΑΠΗΣ του Θεού, τότε ΚΑΤΑΡΓΟΥΝΤΑΙ και τα ΔΟΓΜΑΤΑ και τα θεία ΟΝΟΜΑΤΑ.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ούτε μεταξύ της εικόνας, της αντίληψης (μέσω των πέντε αισθήσεων ενισχυμένων έστω με όποια μηχανήματα, τηλεσκόπια κλπ.), που έχουμε για την κτιστή πραγματικότητα αφ' ενός, και της ίδιας της κτιστής πραγματικότητας αφ' ετέρου. Χρώματα δεν υπάρχουν, η ριζική ασυνέχεια που νιώθουμε μεταξύ στερεών και αερίων δεν υπάρχει, ζούμε σε εικονική πραγματικότητα.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ούτε μεταξύ του λόγου μας (του επιστημονικού) για την κτιστή πραγματικότητα και της ίδιας της κτιστής πραγματικότητας!!! Και ο όρος "ηλεκτρόνιο" είναι "εικόνα" και ο όρος "πρωτόνιο" είναι "εικόνα" και ιδέα δεν έχουμε πως είναι το πραγματικό πράγμα κλπ.
Ακόμη-ακόμη
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ούτε καν μεταξύ προγενέστερου και μεταγενέστερου επιστημονικού λόγου περί της κτιστής πραγματικότητας όταν ανήκουν σε διαφορετικό «παράδειγμα», σε διαφορετικό σύστημα κοσμοαντίληψης π.χ. δεν υπάρχει αναλογία, μεταξύ των επιστημονικών όρων που χρησιμοποιούσε ο Κοπέρνικος, ο Νεύτωνας και ο Αϊνστάιν, δεν έχουν το ίδιο νόημα οι έννοιες "γη" κλπ.

«Ό,τι παρατηρούμε με τα μάτια μας είναι μόνο μια εικόνα της πραγματικότητας. Αυτό οφείλεται στο ότι τα σήματα της πραγματικότητας που λαμβάνουμε μέσω των αισθητήριων οργάνων μας εξελίσσονται (ασυνείδητα) από τον εγκέφαλο, δίνοντας την αίσθηση του τι έχουμε άμεσα μπροστά μας, και είμαστε πλήρως πεπεισμένοι ότι αυτή η εντύπωση (εικόνα) είναι ταυτόσημη με την κατάσταση της πραγματικότητας» [122]. Το πιο απλό παράδειγμα που δείχνει αυτό το γεγονός, το ότι, δηλαδή, ο εγκέφαλος μας εξελίσσει ασυνείδητα τις πληροφορίες που συλλέγει μέσω των αισθητηρίων οργάνων, είναι το ότι βλέπουμε χρώματα. Τα χρώματα απλώς δεν υπάρχουν, είναι «φαντασιώση» του εγκεφάλου μας!!! Ζούμε διαρκώς σε εικονική πραγματικότητα, σε virtual reality!!!

«Η “πραγματικότητα καθεαυτή” δεν μπορεί άμεσα να καταγραφεί, αλλά μπορούμε να σχηματίσουμε εικόνες της, κι αυτές οι εικόνες ή οι εκτιμήσεις της πραγματικότητας δεν ανακλούν την “πραγματικότητα καθεαυτή” με την μορφή μιας ακριβούς αναπαραγωγής, δηλ. οι θεωρητικοί όροι (ηλεκτρόνια κ.λπ.) μπορούν να εξαφανιστούν, ενώ μπορούν να εμφανιστούν άλλοι» [123].

Το ένα λοιπόν δεδομένο είναι ότι δεν έχουμε δυνατότητα πρόσβασης στην πραγματική πραγματικότητα. Γνωρίζουμε, αποκλειστικά και πάντα, μόνο μια κάποια εικόνα της πραγματικότητας. Το δεύτερο εξίσου σημαντικό δεδομένο είναι ότι το οποιοδήποτε δημιουργηθέν «παράδειγμα» [124] είναι ΜΗ ΑΝΑΛΟΓΟ με κάθε άλλο. Δηλαδή η λέξη «γη», για παράδειγμα, άλλο σημαίνει στο «χ» και άλλο στο «ψ» πλαίσιο σκέψης. «Όταν μεταβαίνουμε από το ένα στο άλλο πλαίσιο σκέψης, οι διαδοχικές δομές της σκέψης γίνονται δυσανάλογες» [125]. Δεν υπάρχει αναλογία μεταξύ των «παραδειγμάτων». «Η εμπειρική ανακάλυψη (που προκύπτει από την ανάλυση των γεγονότων που παράγονται από την ιστορία της επιστήμης) ότι η επιστήμη προοδεύει βάσει μιας ακολουθίας ΜΗ ΑΝΑΛΟΓΩΝ σχημάτων της σκέψης (εικόνες) πρέπει να θεωρηθεί ισοδύναμη μ’ εκείνη του πειράματος στο εργαστήριο» [126]. Όση αξία για την πρόοδο της επιστήμης είχε η υιοθέτηση του πειράματος ως έγκυρου μέσου ελέγχου των θεωριών, άλλη τόση αξία είχε η ανακάλυψη ότι δεν υπάρχει αναλογία μεταξύ των διαφόρων επιστημονικών κοσμοειδώλων.

Δεν υπάρχει αναλογία μεταξύ των, από έγκυρη επιστημονική έρευνα, δημιουργημένων «παραδειγμάτων», και ενώ αυτό ο Ελληνισμός το γνώριζε τουλάχιστον από την εποχή που ο Πύρρωνας (360–270 π.Χ.) ίδρυσε τη “Σχολή” της Σκέψης, χρειάστηκε να έρθει η μετά τον Αϊνστάιν εποχή για το ξαναψιλιαστούμε. Και επειδή ποτέ δεν έχουμε γνωρίσει την πραγματική πραγματικότητα, δεν ξέρουμε αν το τρέχον κοσμοείδωλο είναι πιο κοντά της από ότι κάποιο παλιότερο. Η μόνη ένδειξη που διαθέτουμε είναι η τεχνολογία.

Με το Σχίσμα η αφηρημένη διάνοια, με τη φόρα και το θράσος του νεόπλουτου, επανέφερε την αφελή απολυτοποίηση του ανθρώπινου λόγου. Και αυτό δεν ήταν απλώς μια ατομική αστοχία κάποιας στοιχειωμένης διάνοιας. Έγινε θεσμός και επιβλήθηκε ως η μόνη ορθή παράδοση στον δυτικό κόσμο, ως η μόνη ανάγνωση του Ελληνισμού!!! Ο δογματισμός για αιώνες κυριάρχησε στη Δύση, είτε ως θεϊστική χριστιανική εκτροπή, είτε ως άθεη θετικιστική έπαρση. Για τους αρχαίους σκεπτικούς, όμως, οι στοχαστές χωρίζονται σε δύο είδη. «Σ’ αυτούς που ξέρουν και σ’ αυτούς που ρωτούν, τους σκεπτικούς και τους δογματικούς». Οι σκεπτικοί στοχαστές στέκονται συνέχεια έκπληκτοι μπροστά στο θέαμα του κόσμου. Είναι οι φιλόσοφοι που σέβονται τα φαινόμενα, τα πράγματα. Οι δογματικοί, οικοδομούν φιλοσοφικά συστήματα, βιάζουν τα πράγματα. Για τον σκεπτικό όλοι αυτοί που (τελεσίδικα) ξέρουν – είναι δογματικοί.

Συνήθως οι ιστορικοί της Φιλοσοφίας αναφερόμενοι στην σκεπτική αγωγή χρησιμοποιούν τον όρο «Σκεπτικισμός». Όμως, «η κατάληξη –ισμός δηλώνει (εξ ορισμού) ένα κλειστό τελειωμένο δόγμα, μία θέση, μία ιδεολογία. Η λέξη σκεπτικισμός είναι αντίθετη με την έννοια της σκέψεως – δηλαδή της έρευνας, της αμφιβολίας. Ο σκεπτικισμός δεν είναι ούτε κάν η άρνηση των -ισμών. Δεν είναι ούτε η θέση της μη–θέσης, ούτε το δόγμα του μη–δόγματος. Την κατάληξη –ισμός του την κόλλησαν οι αντίπαλοί του, για να τον υπονομεύσουν» [127]. Ο Σκεπτικός πρεσβεύει τη στάση της ανοιχτής έρευνας, της αναζήτησης, η μέθοδός του είναι μία αγωγή, ένας τρόπος αντιμετώπισης της τάσης του ανθρώπινου μυαλού να νομίζει ότι κυριάρχησε επί του κόσμου. Δεν έχει αρχές, ούτε κανόνες· ξέρει ότι δεν έχει δικαίωμα να ορίσει αρχές και κανόνες που να έχουν την απαίτηση απόλυτης ισχύος.

Ο τελευταίος αξιόλογος εκφραστής του αρχαίου ελληνικού «Σκεπτικισμού» είναι ο Σέξτος Εμπειρικός (160–210 μ.Χ.). Γιατρός και σκεπτικός φιλόσοφος έζησε στη Ρώμη και την Αλεξάνδρεια. «Χαρακτηριστικό του δογματικού δεν είναι η κατάφαση ή η άρνηση, αλλά η εμμονή σε κάποιο συμπέρασμα, η προσκόλληση στο αξίωμα» [128]. «Ο σκεπτικός ποτέ δεν αμφισβήτησε τα φαινόμενα –μόνο την ερμηνεία τους. Η Σκέψη αφορά τα λεγόμενα ή νοούμενα, δηλαδή, όπως θα λέγαμε σήμερα, προτάσεις που περιέχουν γνωστικούς ισχυρισμούς. Και μάλιστα δεν αμφισβητεί καν όλες τις γνωστικές προτάσεις, αλλά αυτές που εκφράζουν απαίτηση καθολικής αλήθειας – δηλαδή τις δογματικές. Αυτό, για να ξεπεράσουμε τη γελοιογραφική παραμόρφωση του σκεπτικού που αμφιβάλλει για την καρέκλα στην οποία κάθεται και για το πιάτο από το οποίο τρώει» [129].

Οι Σκεπτικοί αρνούνται τη βεβαιότητα κάθε μορφής γνώσης. Απορρίπτοντας τις βεβαιωτικές προτάσεις· μόνο “διηγηματικώς” μπορεί κανείς ν’ αποφαίνεται για κάτι ή να το περιγράφει. Λέμε, λόγου χάρη, ”αυτό φαίνεται λευκό”, όχι ότι πράγματι είναι λευκό. Για τα φαινόμενα κάνουμε λόγο, ποτέ για τα όντα. Δυο βασικές έννοιες, η “εποχή” και η “ενάργεια”, αποτελούν τα θεμέλια της σκεπτικής φιλοσοφίας. Η “εποχή” πηγάζει από την “ισοσθένεια” των λόγων που σημαίνει ότι για ένα πράγμα μπορεί κανείς να εκφέρει δύο αντίθετες κρίσεις και να ισχύουν και οι δύο. Έτσι δεν είναι δυνατό να εξαχθεί συμπέρασμα ότι αυτό το πράγμα είναι καταληπτό ως προς την ουσία του, επομένως το ον δεν είναι προσιτό στη γνώση. Αποτέλεσμα αυτού του αδιεξόδου είναι η “εποχή”, την οποία ακολουθεί η αταραξία» [130]. “Παντί λόγω λόγος ίσος αντίκειται”· αυτή είναι η αρχή που καθιερώνει την “ισοσθένεια” των λόγων. Τα φαινόμενα λοιπόν ξέρει κανείς και όχι τα όντα. “Ενάργεια” υπάρχει μόνο για το φαινόμενο, ποτέ για το ον. [131].

Ο Σέξτος έλεγε για τα σκεπτικά επιχειρήματα πως είναι σαν τα καθάρσια. Παρασύρουν μαζί με τα άλλα και τον εαυτό τους. Η αμφιβολία του σκεπτικού δεν είναι μια λογική θεωρία, είναι μια ψυχική κατάσταση [132]. Στην ουσία δεν πρόκειται απλώς για αμφιβολία, αλλά για τη νηφάλια επίτευξη του κλεισίματος του πανέμορφου και τελειότατου αυτού βιολογικού επεξεργαστή που λέγεται ανθρώπινος εγκέφαλος. Αυτό το εγκεφαλικό «κενό» τρομάζει τον στοχαστή, που κυριαρχείται από το «σκέπτομαι, άρα υπάρχω». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πύρρων, ο πρώτος κήρυκας της σκεπτικής αγωγής, ήταν ζωγράφος και ο Σέξτος γιατρός. Επίσης, πολύ σημαντικό είναι το γεγονός της γνωριμίας του Πύρρωνα με την ανατολική σοφία, που ως τελικό στόχο του καλλιεργημένου ανθρώπου θέτει ακριβώς αυτή την κυριαρχία επί των εγκεφαλικών δραστηριοτήτων. Ο Σκεπτικός μπορεί να ζήσει άνετα και να πίνει με την ησυχία του το κρασάκι του μέχρι τα εννενήντα του, σαν τον Πύρρωνα, αν δεν εμφανισθεί στο περιβάλλον του το προϊόν της έπαρσης, ο πύργος της Βαβέλ, κάποια ιδεολογία ή δόγμα. Όταν, όμως, προβάλλει με αυθάδεια το έκτρωμα εκείνο του υπερφίαλου θνητού, το ιδιοκατασκευασθέν «απόλυτο» φιλοσοφικό σύστημα, αγωνίζεται να το κατεδαφίσει με τα ίδια του τα όπλα, με το στοχασμό, με το λόγο, τη λογική, τον «ευγενή» καρπό των εγκεφαλικών μας διεργασιών. Αγωνίζεται να το κατεδαφίσει όχι από κομπλεξική μισανθρωπία αλλά αντίθετα από ρεαλιστική φιλανθρωπία γιατί ξέρει πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει για τις κοινωνίες των θνητών.

Η Σκέψη επισήμανε την εγγενή αδυναμία του λόγου ως γνωστικού οργάνου. «Τέτοιος απατεώνας είναι ο λόγος, που και τα φαινόμενα κλέβει κάτω από τη μύτη μας» [133]. Ο λόγος είναι ένα θαυμάσιο εργαλείο, που επιτρέπει τη λογική έκφραση, αλλά μέχρι εκεί. Η γνώση, που με τόσο κόπο συλλέγει ο άνθρωπος από τη φύση, από τα πράγματα (και ο παραπέρα στοχασμός) κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε δυσκίνητες θέσεις, γινόμενη ιδεοληψία, γινόμενη δόγμα. Ο στοχαστής, για να μπορέσει να ζήσει τη ζωή του, για να μη χάσει την έμπνευση, για να μην «τον φάνε τα παιδιά του», τα έργα των χειρών ή του μυαλού του, πρέπει να δύναται να πετυχαίνει την αταραξία που προσφέρει η «εποχή», το άδειασμα του «ρετιρέ», πρέπει να μπορεί να πετυχαίνει την κατάσταση, την αυτοσυνειδησία που εννοούσε ο Σωκράτης όταν έλεγε, «ένα ξέρω ότι τίποτα δεν ξέρω».




[122] ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ, ΥΛΗ ΚΑΙ ΝΟΥΣ, W.Schommers, εκδ. Παν. Πατρών, 2000, σ. 19.

[123] ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ, ΥΛΗ ΚΑΙ ΝΟΥΣ, W.Schommers, εκδ. Παν. Πατρών, 2000, σ. 176.

[124] «Το Παράδειγμα δεν ταυτίζεται με μια επιστημονική θεωρία, έχει μια πολύ σφαιρικότερη διάσταση. Περικλείει «νόμους, θεωρίες, εφαρμογές και πειραματισμό ταυτόχρονα (σ. 10)», και αποτελείται «από ένα ισχυρό πλέγμα εννοιολογικών, θεωρητικών, πειραματικών και μεθοδολογικών παραδοχών». (Η ΔΟΜΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ, Thomas Kuhn, εκδ. Σύγχρονα θέματα, μετ. Γεωργακόπουλος, Κάλφας, σ. 42).

[125] ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ, ΥΛΗ ΚΑΙ ΝΟΥΣ, W.Schommers, εκδ. Παν. Πατρών, 2000, σ. 169.

[126] ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ, ΥΛΗ ΚΑΙ ΝΟΥΣ, W.Schommers, εκδ. Παν. Πατρών, 2000, σ. 174.

[127] ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΒΛΙ, Νίκου Δήμου, εκδ. Πατάκη, 1998, σ. 23.

[128] ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΒΛΙ, Νίκου Δήμου, εκδ. Πατάκη, 1998, σ. 24-25.

[129] ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΒΛΙ, Νίκου Δήμου, εκδ. Πατάκη, 1998, σ. 25.

[130] Σέξτου Εμπειρικού, Πυρρωνείων Υποτυπώσεων των εις τρια το πρώτον, 1.10.5.

[131] ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, Νίκου Α. Ματσούκα, εκδ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1984, σ. 242-4.

[132] ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΒΛΙ, Νίκου Δήμου, εκδ. Πατάκη, 1998, σ. 78-79.

[133] Σέξτου Εμπειρικού, Πυρρωνείων Υποτυπώσεων των εις τρια το πρώτον, 1.20.8.



 
 
ΒΙΒΛΙΟ ΥΛΗΣ